Αρχείο για Ιανουαρίου 2009

15
Ιαν.
09

Η αμαρτία

Η λέξη αμαρτία σημαίνει σφάλμα στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Αυτό σημαίνει και στους ορθόδοξους αγίους: ένα λάθος, που εμποδίζει τον άνθρωπο να γίνει θεός. Μόνο στη δυτική Ευρώπη η αμαρτία θεωρήθηκε έγκλημα που πρέπει να τιμωρηθεί (και η Εκκλησία εκεί κατάντησε ένας σκληρός θεσμός εξουσίας, ιδίως κατά το Μεσαίωνα). Στην ορθόδοξη παράδοση η αμαρτία θεωρήθηκε μια ασθένεια που ο άνθρωπος καλείται να τη θεραπεύσει ο ίδιος με τη μετάνοια (= μεταβολή του νου, δηλαδή αλλάζοντας μυαλά). Σκοπός της θεραπείας αυτής δεν είναι η απλή αποφυγή «αμαρτωλών πράξεων», αλλά κάτι πολύ πιο ριζικό: η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, δηλαδή από τις ριζωμένες εκείνες ιδέες ή συνήθειες, που τραβούν τον άνθρωπο στην αμαρτία ξανά και ξανά. Τέτοια πάθη είναι η φιλαργυρία, η φιληδονία, η φιλαυτία, η φιλαρχία κ.τ.λ. (βλ. παρακάτω αναλυτικότερα).
Η Εκκλησία, με το θεσμό του πνευματικού πατέρα (εξομολόγου, αλλά και γενικά πνευματικού διδασκάλου, άντρα και γυναίκας), δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο σε μετάνοια, απλώς βρίσκεται εδώ για να βοηθήσει τον άνθρωπο, αν αυτός το θέλει, να θεραπευτεί από τα απίστευτα ψυχικά τραύματα που του προκαλεί η ασθένεια που ονομάζεται αμαρτία.
Μόνον όταν η Εκκλησία λειτουργεί ως θεραπευτήριο ψυχών, τότε είναι αληθινά ορθόδοξη Εκκλησία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι τη στελεχώνουν είναι οι ίδιοι ασθενείς και η Εκκλησία δε μπορεί να λειτουργήσει σωστά –δε θεραπεύει.
Γι’ αυτό σήμερα, που ο άνθρωπος νιώθει άρρωστος ψυχικά, είναι της μόδας τα διάφορα συστήματα ανατολικής θρησκευτικότητας (π.χ. ινδικής), αλλά και δυτικής (διάφορες προτεσταντικές ομάδες «χαρισματούχων»), που του υπόσχονται ότι θα τον βοηθήσουν να ξαναβρεί την ηρεμία του, τη γαλήνη, την ισορροπία, την αρμονία, την «ανώτερη συνειδητότητά του»… Μόνο που και τότε ακόμη, κατά την ορθόδοξη ανθρωπολογία, ο άνθρωπος δεν έχει θεραπευτεί, απλώς έχει πάρει ένα «παυσίπονο», που μπορεί να έχει και παρενέργειες γι’ αυτόν. Η θεραπεία που προτείνει η ορθοδοξία δεν είναι κάτι απ’ όλα αυτά, αλλά κάτι πολύ πιο πέρα: η θέωση.
Κάποια ανατολικά συστήματα διαλογισμού κ.τ.λ. μιλούν και για θέωση: «να βρει ο άνθρωπος τη θεϊκή σπίθα που έχει μέσα του, να πιστέψει στον εαυτό του, να κάνει θετικές σκέψεις, κι έτσι θα γίνει θεϊκός». Αντίθετα, για τους αγίους της ορθοδοξίας η θέωση δε μπορεί να πετύχει παρά με την ένωση αγάπης με τον Τριαδικό Θεό –που σημαίνει και ένωση αγάπης με όλα τα άλλα πλάσματα του κόσμου, αφού ο Τριαδικός Θεός είναι Θεός της Αγάπης. Αν ο άνθρωπος δεν ενωθεί με το Θεό, μπορεί να νομίζει ότι έχει γίνει θεός, αλλά στην πραγματικότητα παραμένει σε κατάσταση γήινη, άρα ασθενής.
Όμως, για να ενωθεί με το Θεό, είναι απαραίτητη η κάθαρση από τα πάθη, που θα του επιτρέψει να ελαττώσει την αγάπη του προς τον εαυτό του και να αυξήσει την αγάπη του προς το Θεό και τους άλλους. Αυτό φυσικά διδάσκουν οι δικοί μας θεραπευτές, οι άγιοι, που έχουν πρώτα θεραπευτεί οι ίδιοι. Το διδάσκουν χωρίς να παίρνουν χρήματα ή οπαδούς γι’ αυτό. Δικαίωμά μας είναι αν θα τους εμπιστευτούμε ή όχι.
Μπορεί να μην τους εμπιστευόμαστε παρά μόνο όταν κάνουμε βόλτα σε άλλα συστήματα. Εκεί μπορεί να νομίσουμε ότι θεραπευτήκαμε και να καθίσουμε για τα καλά, να μην ξαναπλησιάσουμε την ορθοδοξία. Μπορεί να θεωρήσουμε κατάσταση υγείας την αθεΐα, τη γνώση, την τέχνη, πνευματικές καταστάσεις που μας φαίνονται «τέλειες» ή να εξαπατηθούμε και να νομίσουμε ότι δεν υπάρχει τέλειο, άρα καλά είμαστε εδώ, ασθενείς, αλλά «φυσιολογικοί» (τότε δεν έχουμε σπουδάσει τους αγίους και δεν ξέρουμε τη δική τους φυσιολογική κατάσταση).
Μπορεί όμως να διαπιστώσουμε με πόνο ότι δεν βρήκαμε τη θεραπεία. Και τότε ακόμη, έστω κι αν είμαστε γέροι, έστω κι αν είμαστε ψυχικά και σωματικά ερείπια, ακόμη κι αν έχουμε κάνει κακό στον εαυτό μας και σε άλλους, δεν είναι αργά. Σας παρακαλώ να θυμάστε ότι δεν είναι αργά. Η θεραπεία –η μετάνοια και η αγάπη– είναι πάντα εδώ και μας περιμένει. Και είναι εύκολη. Ξεκινάει δύσκολα, γιατί πρέπει να «νεκρώσουμε» το μέχρι τώρα λανθασμένο τρόπο ζωής μας, αλλά είναι σα μητρικό χάδι, που δεν τιμωρεί, αλλά ξεκουράζει. Η αμαρτία τιμωρεί, όχι η αγάπη –και ο Θεός είναι η αγάπη.

Ορισμός της αμαρτίας

Αμαρτία: μια ασθένεια, κατά την οποία η αγάπη που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο δεν κατευθύνεται στο Θεό και το συνάνθρωπο, αλλά στο Εγώ του ανθρώπου και σε άλλα –πραγματικά ή φανταστικά– αντικείμενα (ο εγωιστής δεν αγαπά τον εαυτό του, αλλά το Εγώ του, ένα φανταστικό είδωλο του εαυτού του που έχει σχηματιστεί μέσα του με τα χρόνια).
Αμαρτωλός δηλαδή είναι εκείνος που δεν είναι φιλόθεος και φιλάνθρωπος αλλά φίλαυτος (αγαπά τον «εαυτό του»), φιλάργυρος, φιλήδονος, φιλόδοξος, φίλαρχος (αγαπά την εξουσία) κ.τ.λ., ακόμη και φιλόζωος («εγώ αγαπάω τα ζώα, αλλά όχι τους ανθρώπους» λένε κάποιοι, «γιατί οι άνθρωποι μ’ έχουν πληγώσει, ενώ τα ζώα ποτέ» –είναι προφανές ότι η στάση τους είναι αποτέλεσμα τραύματος, όχι υγείας).
Η αγάπη αυτή δεν τον ενώνει με τα όντα, αλλά προκαλεί διάσπαση ή, μάλλον, επιτείνει τη διάσπαση που προκλήθηκε στην αυγή της ιστορίας, με το προπατορικό αμάρτημα –που ήταν ακριβώς αυτού του είδους η αγάπη, η αγάπη του ανθρώπου προς τον (ειδωλοποιημένο) εαυτό του. Η κατάσταση αυτή της διάσπασης ονομάζεται «αμαρτία» (=σφάλμα) και θεωρείται από την ορθόδοξη πατερική παράδοση ασθένεια.
Οι μορφές αυτές αγάπης θεωρούνται πάθη και, όταν εισχωρήσουν βαθιά στην καρδιά, τη δεσμεύουν και εμποδίζουν το αυτεξούσιο να λειτουργήσει. Τότε ο άνθρωπος απαλλάσσεται απ’ αυτά με «συντριβή της καρδιάς», διαδικασία με την οποία βγαίνουν από την καρδιά του.
Ένα σύμπτωμα της αμαρτίας είναι και το ν’ αγαπά κάποιος την αρετή (την «ηθική») πιο πολύ από τον άνθρωπο, δηλαδή να μισεί ή να περιφρονεί τους ανήθικους –χωρίς να ξεχωρίζει τον άνθρωπο από την κακή πράξη ή τις κακές επιλογές του, ώστε να μισεί την κακία αλλά να αγαπά τον κακό. Φυσικά ο ίδιος βάζει τον εαυτό του στους «καλούς» ή, κάποιος άλλος, λέει ότι έτσι είναι η ζωή, «πρέπει να ’σαι κακός για να επιβιώσεις». Και πάλι, αγνοεί την επιβίωση των αληθινά υγιών, των αγίων.
Άλλο σύμπτωμα της αμαρτίας: το να περιορίζω την αγάπη μου μόνο στην οικογένειά μου και «στα συμφέροντα της οικογένειάς μου» και να μισώ τους «εχθρούς της οικογένειάς μου». Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «όποιος αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα ή τα παιδιά του πιο πολύ από μένα δεν είναι άξιός μου» (Ματθ. 10, 34-39), γιατί αυτή η αγάπη, και μάλιστα μετά από εκβιαστικές πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, μπορεί να τον εμποδίζει από την υγιή αγάπη όλων των ανθρώπων, που είναι η αγάπη του Χριστού (Επαναστατήσατε ή ακόμα; [Προσοχή: Εγώ ξέρω καλύτερα ή ο Χριστός; Εγώ αγαπάω πιο πολύ τους δικούς μου ή ο Χριστός;]).
Όποιοι εμφανίζουν στην καρδιά τους αυτά τα συμπτώματα, δηλαδή όλοι ώς ένα βαθμό, κατά την ορθοδοξία, πάσχουν από την ασθένεια που ονομάζεται «αμαρτία».

Ποιοι είναι αυτοί οι ασθενείς;
Ας δούμε το ψυχογράφημα ενός ασθενούς κι ας διαπιστώσουμε πόσο υγιείς είμαστε (ο συγκεκριμένος ασθενής είναι θεολόγος και, υποτίθεται, συγγραφέας).

***

Αντί να προσεύχομαι, γράφω. Πηγαινοφέρνω τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο συντάσσοντας θεολογικές, υποτίθεται, σημειώσεις για τους μαθητές μου ή ικανοποιώντας τις λογοτεχνικές μου φαντασιώσεις, και μόνο το βράδυ, «από συνήθεια κάνοντας πριν πέσω το σταυρό μου» (όπως θα έλεγε ο Καββαδίας), ή την Κυριακή, ανάβοντας ένα κερί στην εκκλησιά, σκέφτομαι δυο τρεις βιαστικές αιτήσεις, με την ίδια θέρμη και διάρκεια που παραγγέλνω καφέ σ’ ένα φαστφουντάδικο. Είμαι καλαμαράς. Ο Γέροντας Σωφρόνιος του Essex (1896-1993) σήκωνε τα χέρια του το βράδυ και τα κατέβαζε το πρωί προσευχόμενος υπέρ της ανθρωπότητος. Ήταν άγιος. Αυτή είναι η διαφορά μας.
Μιλώ για τους αγίους, γιατί είμαι εγωιστής. Όχι για να τους τιμήσω, αλλά για να τιμηθώ «Εγώ» από σας, αποδεικνύοντας πόσο πολλά ξέρω και πόσο καλός ομιλητής είμαι.
Έχω λοιπόν μέσα μου όλα τα αμαρτήματα (όλα τα πάθη, θα λέγανε οι ασκητές Πατέρες, με στωική ορολογία) που σχετίζονται με το προπατορικό αμάρτημα, δηλ. τον εγωισμό. Είμαι ναρκισσιστής, ματαιόδοξος, υπερόπτης. Ακόμα κι αν κάνω κάτι καλό, το κάνω για να με δοξάσουν οι άνθρωποι κι όχι εν κρυπτώ για να ευχαριστήσω το Θεό και τη συνείδησή μου, δηλ. τη φωνή του αγγέλου μου.
Μήπως από τον εγωισμό δεν προέρχεται και η διαστροφή; Δες τον Πάτρικ Μπέιτμαν, στο American Psycho του Μπρετ Ήστον Έλλις (τον εφιάλτη του καπιταλισμού). Νομίζω πως είμαι το κέντρο του κόσμου, άρα μπορώ να παρακάμψω τους άλλους (από την ουρά για ταξί ώς την ουρά για την προαγωγή μου) ή να τους χρησιμοποιήσω για τη δική μου ευχαρίστηση. Βλέπω π.χ. μια γυναίκα και ποθώ το κορμί της, θέλω να τη λεηλατήσω, να τρυγήσω τα κάλλη της, αδιαφορώντας για το ποια είναι, τι νιώθει, αν πονάει η ψυχή της, αν έχει ανάγκη να θυσιαστεί κάποιος για να τη βοηθήσει. Είμαι κλασικός άντρας, εκπαιδευμένος ως επιβήτορας από τη βιομηχανία του θεάματος και της κατανάλωσης. Αυτή η γυναίκα μπορεί να είναι ένα μοντέλο που διαφημίζει σαμπουάν ή μια μισόγυμνη μπαργούμαν ή μια τύπισσα με πέδιλα, μίνι και ξώπλατο που περπατάει στο δρόμο ή μια μεθυσμένη που ψάχνει για άντρα, για να ανακουφίσει τα ψυχικά της τραύματα από άλλους άντρες, ή μια πόρνη. Δεν έχει σημασία, είναι άνθρωπος (“–Μα κορόιδο είσαι, ρε φίλε;”. Δεν είμαι, γι’ αυτό θέλω να την κατασπαράξω).
Ένας άγιος, στο πρόσωπο κάθε γυναίκας (και μια αγία, στο πρόσωπο κάθε άντρα) βλέπει την εικόνα του Θεού, ένα πλάσμα ιερό, λίγο χαμηλότερο από άγγελο, και φυσικά τον άνθρωπο αδερφό του, που χρειάζεται αγάπη και φροντίδα ακόμα κι αν αρνείται αυτή την αγάπη, ακόμα κι αν βαδίζει προς την αυτοκαταστροφή. Κάποιο τραύμα θα έχει, και η ανακούφιση αυτού του τραύματος, σκέφτεται ο άγιος, είναι δική μου υπόθεση.
Επιπλέον είμαι και δειλός. Βλέπω ένα γνωστό μου που ξέρω ότι με χρειάζεται, γιατί π.χ. έχει μαζέψει στη ζωή του ένα βουνό προβλήματα, όλοι τον έχουν παραπετάξει και η ψυχή του γεμίζει από το πύο της μοναξιάς. Κι όμως αποφεύγω τη συντροφιά του, αλλάζω δρόμο, φοβάμαι μη μου γίνει τσιμπούρι, λες και θα με φάει! Ο άγιος θα τον καλούσε στο σπίτι του να φάνε μαζί και να τα πούνε, θα τσακιζόταν να τον φιλοξενήσει, όχι μόνο τα Χριστούγεννα (που όλοι κάνουμε …καλές πράξεις, για το “καλό της γιορτής”), αλλά κάθε μέρα. Και αν ο άλλος, από φόβο ή ντροπή, αρνιόταν, θα τον τραβούσε απ’ το μανίκι, όχι για να ευχαριστήσει το Θεό σαν ψευτοηθικός συμφεροντολόγος, αλλά από αγνή και αυθόρμητη επιθυμία να βοηθήσει, κοινώς από αγάπη.
Τέλος, για να ολοκληρώσω την προσωπογραφία μου, είμαι υποκριτής. Ακόμα κι αυτή η φαινομενική κρίση ειλικρίνειας, τίποτ’ άλλο δεν είναι παρά υποκρισία. Γουστάρω πολύ που μιλάω για τον εαυτό μου, κάνω αυτοδιαφήμιση (άσχετα τι λέω), κι επιπλέον σάς περνιέμαι για μετριόφρων, ενώ στην πραγματικότητα η καρδιά μου χορεύει από ματαιοδοξία. “Είμαι ταπεινός” φωνάζω, “δοξάστε με”! Για να καταλάβετε τι λέω, θα παραθέσω, κάπως ελεύθερα, ένα κομματάκι από την Κλίμακα, που δείχνει την κενοδοξία (=ματαιοδοξία), δηλ. την υποκρισία κάποιου προς την ίδια τη συνείδησή του: «Παντού λάμπει ο ήλιος, και σε κάθε προσπάθεια πανηγυρίζει η κενοδοξία. Π.χ., όταν νηστεύω, κενοδοξώ» (λέω: “Tι καλός που είμαι! Νηστεύω!”), «αλλά κι όταν τρώγω για να μη φανεί ότι νηστεύω, πάλι κενοδοξώ» (λέω: “Τι ταπεινός που είμαι! Κρύβω τη νηστεία μου!”). «Όταν φορώ λαμπρά ρούχα, νικιέμαι απ’ την κενοδοξία, αλλά κι όταν βάζω ταπεινά, πάλι κενοδοξώ. Όταν μιλάω νικιέμαι» (λέω: “Είμαι σοφός”), «αλλά κι όταν σωπαίνω πάλι νικιέμαι. Όπως κι αν το ρίξεις αυτό το αγκάθι, στέκεται όρθιο!» (Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, ΚΑ΄ ε΄).

Η θεραπεία

Ο δρόμος της θεραπείας είναι ο δρόμος της ταπείνωσης, που επιτρέπει στον άνθρωπο να αγαπά τους πάντες, ακόμη κι αν «δεν αξίζουν» την αγάπη του. Ο δρόμος αυτός αρχίζει με τη μετάνοια και ολοκληρώνεται στη θέωση. Διαρκεί μια ζωή και απαιτεί σκληρό αγώνα. Λίγοι φτάνουν στο τέρμα, αλλά τουλάχιστον στο δεύτερο ή το τρίτο στάδιο είναι σχετικά «εύκολο» να φτάσει ο καθένας.

Πρώτο στάδιο: μετάνοια – ο άνθρωπος επιλέγει να αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει ταπεινός. Αν δεν είναι χριστιανός, με το στάδιο αυτό συνδέεται το βάπτισμα, δηλαδή η ένταξη του ανθρώπου στην παγκόσμια Εκκλησία. Σκοπός ύπαρξης της Εκκλησίας άλλωστε είναι αυτή η θεραπεία, γι’ αυτό τα παρακάτω αναφέρονται σε χριστιανούς.

Ας σημειωθεί όμως ότι «ο Θεός δεν είναι φθονερός. Ο Θεός δεν είναι φίλαυτος ούτε φιλόδοξος. Αυτός ο Ίδιος ταπεινά και υπομονετικά αναζητεί κάθε άνθρωπο σε όλους τους δρόμους του. Γι’ αυτό μπορεί καθένας να γνωρίσει το Θεό σε αυτό ή σε εκείνο το μέτρο όχι μόνο μέσα στην Εκκλησία αλλά και έξω από αυτήν, αν και η τέλεια επίγνωση του Θεού χωρίς το Χριστό ή και έξω από τον Χριστό δεν είναι δυνατή (Ματθ. 11, 27). Έξω από τον Χριστό καμία πνευματική (μυστική) πείρα δεν δίνει στον άνθρωπο τη γνώση του Θείου Είναι ως της Μιας ακατάληπτης απόλυτης Αντικειμενικότητας σε Τρία ακατάληπτα απόλυτα Υποκείμενα, δηλαδή ως Τριάδα ομοούσια και αχώριστη. Εν Χριστώ όμως, αυτή η αποκάλυψη, αυτή η γνώση, γίνεται φως αιώνιας Ζωής, που ξεχύνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης» (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003, σελ. 242-243. Ο π. Σωφρόνιος του Essex είναι ένας από τους σύγχρονους Ρώσους αγίους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας).
Επομένως μπορεί να σωθεί και ένας άνθρωπος που δεν εντάσσεται στην Εκκλησία, όμως η Εκκλησία είναι ο «ασφαλής δρόμος» (όχι ο «μόνος», αλλά ο «ασφαλής») που οδηγεί συνειδητά και με επίγνωση προς τη σωτηρία. Ωστόσο, ακατάλληλος δρόμος για τη σωτηρία είναι κάθε δρόμος που δε διδάσκει ταπείνωση και αγάπη.

Δεύτερο στάδιο: εξομολόγηση (μια ανεπανάληπτη άσκηση ταπείνωσης) – θεία Μετάληψη (ένωση με το Θεό μέσω της βρώσης και της πόσης του ανθρώπινου Σώματος και Αίματός Του, πράγμα που δεν είναι αυτόματα η θέωση, αλλά το εφόδιο που σιγά σιγά θα με κάνει ικανό ν’ αγαπώ χωρίς όρια)

Σ’ αυτά τα δύο στάδια ο άνθρωπος μπορεί να μείνει χρόνια ή για πάντα. Μπορεί επίσης να πέφτει συνέχεια πίσω στο πρώτο στάδιο. Δεν πειράζει. Ας σηκώνεται ξανά. Όμως να μην κολλήσει, να μη βρίσκει ως υποκριτική δικαιολογία ότι δήθεν «είναι αδύναμος». Αφού ο Θεός είναι μαζί του, δεν είναι αδύναμος. Απλά, φοβάται τις δυσκολίες ή δε θέλει να προχωρήσει και λέει ψέματα στον εαυτό του.
Το να προχωρήσω από το πρώτο στάδιο στο δεύτερο ή από το δεύτερο στο τρίτο είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να πολεμήσω με τον εαυτό μου, τις συνήθειές μου, τα συμφέροντά μου ή αυτά που με κάνουν να «νιώθω όμορφα». Αυτός ο αγώνας μερικές φορές προκαλεί μεγάλη ψυχική οδύνη και αναστάτωση. Συχνά απογοητευόμαστε ή κλαίμε. Όμως δεν είμαστε μόνοι. Ο Θεός είναι πάντα κοντά μας. Η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν δεν είναι μια ψεύτικη παρηγοριά, αλλά ένα αληθινό μέσο να προχωρήσουμε.
Η θεία Μετάληψη και γενικά η συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή (νηστεία, εκκλησιασμό κ.τ.λ.) αποσκοπεί στο να ανοίξει η «καρδιά» του ανθρώπου και να δεχτεί τη χάρη του Θεού, που θα τον βοηθήσει να προχωρήσει. Γι’ αυτό η εκκλησιαστική ζωή θεωρείται απαραίτητη.

Τρίτο στάδιο: κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη – ο άνθρωπος τους αγαπά πλέον όλους, και τους εχθρούς του, και προσεύχεται γι’ αυτούς. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι φτάνουν εδώ (πρώτο στάδιο αγιότητας). Σημειωτέον ότι «όσο μεγαλύτερη η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής. Όσο πληρέστερη η αγάπη, τόσο πληρέστερη η γνώση. Όσο θερμότερη η αγάπη, τόσο πιο πύρινη η προσευχή. Όσο τελειότερη η αγάπη, τόσο αγιότερος ο βίος», άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ό.π., σελ. 443).

Τέταρτο στάδιο: φωτισμός του νου – ο άνθρωπος (άγιος) νιώθει το Άγιο Πνεύμα να ενεργεί μέσα του.  Προσοχή: και στα προηγούμενα στάδια μπορεί να νομίζει ότι Το νιώθει, αλλά να είναι απάτη ή αυταπάτη. Γι’ αυτό χρειάζεται πάντα συμβουλή «γιατρού» (πνευματικού πατέρα, γέροντα).

Πέμπτο στάδιο: θέωση – ο άγιος βλέπει τον Τριαδικό Θεό (συνήθως ως Φως). Δε χρειάζεται λόγια ή προσευχές (αρκεί η «νοερά προσευχή»). Νιώθει τη χαρά και τον πόνο κάθε πλάσματος στη Δημιουργία (χαρμολύπη). Κάνει θαύματα. «Είναι θεός σε όλα εκτός από τη θεϊκή ουσία» (άγ. Ισαάκ ο Σύρος), παραμένοντας άνθρωπος. Τότε η θεία Μετάληψη του προκαλεί ανέκφραστη χαρά, που δεν είναι «ιδέα του», αλλά πρόγευση του μελλοντικού πλήρους παραδείσου.
Οι εμπειρίες αυτού το σταδίου έρχονται και φεύγουν, αλλιώς ο άνθρωπος κινδυνεύει να τσακιστεί ή να νομίσει πως είναι ο Θεός (δηλ. θεός για τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας). Μόνο μετά το θάνατο και κυρίως μετά την ανάσταση των νεκρών (όταν θα έχει ολοκληρωθεί η ενότητα όλων των πλασμάτων που θέλουν να συμμετάσχουν σ’ αυτή την ενότητα) η θέωση θα είναι πλήρης, μόνιμη και διαρκής κατάσταση.

Ό,τι κι αν κάνουμε στην Εκκλησία, όλη η «εκκλησιαστική μας ζωή» (π.χ. η νηστεία, η εξομολόγηση, η προσευχή, η συμμετοχή μας στις εκκλησιαστικές τελετές και στα μυστηρια) αποσκοπεί στην επίτευξη αυτού του στόχου. Αν δεν την αξιοποιήσουμε, για να πλησιάσουμε έστω την κάθαρση (που είναι ένας εφικτός στόχος, αν και δύσκολος), τότε η εκκλησιαστική μας ζωή –και, ας μου επιτραπεί, όλη μας η ζωή– είναι στείρα.

Προσοχή

Η κατάσταση της θέωσης είναι «ακριβή». Οι άγιοι αγωνίζονται μια ζωή για να την πετύχουν και δίδεται μόνο στους ταπεινούς. Αν κάποιος, χωρίς να έχει φτάσει τουλάχιστον στην κάθαρση (ζωντανή, αληθινή και ανυποχώρητη αγάπη για όλους, συνδυασμένη με ταπείνωση), επιδιώκει να πετύχει το φωτισμό ή τη θέωση (για να απολαύσει τις υπερφυσικές εμπειρίες αυτών των σταδίων), κινδυνεύει. Πιθανόν θα ακολουθήσει μεθόδους, ασιατικές (γιόγκα κ.τ.λ.) ή ακόμη και χριστιανικές (προσευχή), αλλά χρησιμοποιημένες σαν μαγεία ή σα να είναι ασιατικές.
Οι ασιατικές μέθοδοι (διαλογισμός κ.τ.λ.) δεν είναι κατάλληλες για να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην ένωση με το Θεό, γιατί άλλωστε δεν αποσκοπούν σε κάτι τέτοιο. Δεν προϋποθέτουν μετάνοια, που συχνά είναι οδυνηρή, αλλά προσπαθούν να αποφύγουν την οδύνη. Θέτουν τον άνθρωπο στο κέντρο της προσπάθειας και προσπαθούν να ανασύρουν από «τα βάθη του» τις «κρυμμένες δυνάμεις του» και να επιτύχουν «αυτοπραγμάτωση», «αρμονία», «ανώτερη συνειδητότητα». Όμως η θέωση δεν είναι κάτι που αρχίζει τόσο γλυκά. Χωρίς κάθοδο στον άδη, δεν υπάρχει ανάσταση.
[Σε φιλοσοφικό επίπεδο αυτό σημαίνει πως, αν το άπειρο είναι κομμάτι μας, τότε οποιαδήποτε “θέωσή μας”, δηλαδή ανάδειξη των δικών μας βαθύτερων δυνάμεων, μας αφήνει άτομα (όντα με υπαρκτικό κέντρο το Εγώ τους), ενώ, αν το άπειρο είναι ένα Άλλο Πρόσωπο (άπειρο πρόσωπο = θεός, και ένας μόνο άπειρος Θεός μπορεί να υπάρχει, αλλιώς δε θα ήταν άπειρος. Μόνο που, για μας, ο άπειρος Θεός είναι η ασύλληπτη σχέση αγάπης Τριών Προσώπων άπειρα αγαπητικών, που η άπειρη αγάπη Τους Τα ενοποιεί κι έτσι γίνονται Ένας Θεός), τότε η θέωσή μας μάς κάνει απείρως πρόσωπα (όντα με υπαρκτικό κέντρο ένα Άλλο πρόσωπο, το οποίο αγαπούν). Εννοείται πως τότε γινόμαστε κοινωνοί του απείρου, γι’ αυτό και η αγάπη μας διαχέεται σε όλα τα όντα, όπως η αγάπη του Θεού].
Το ίδιο ισχύει αν χρησιμοποιούμε την προσευχή ως «μέθοδο» ανάπτυξης των «δυνατοτήτων μας». Πιθανότατα «θ’ αρχίσουν τότε –να φυλάει ο Θεός– οι “οράσεις”, οι “χαρισματικές” επισκέψεις. Όλα θα πάνε σχετικά εύκολα, η αγρυπνία, η νοερά προσευχή, η εγκράτεια στην τροφή και, εν συντομία, η πορεία προς την τελειότητα», απατηλά όμως. «Ο εχθρός θα τον παρακινεί σε αγώνες που δεν ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και συνεχώς θα του ψιθυρίζει: δες αυτό, δες εκείνο να η χάρη, να η τελειότητα, να εκείνος ο γνόφος ή το φως ή η αλήθεια κ.ο.κ. Με αυτά λοιπόν θα τον οδηγήσει προς την ολοκληρωτική απώλεια, εισάγοντας στη θέση της αλήθειας την πλάνη ή γεμίζοντας το νου και την καρδιά του με οίηση (=εγωισμό) και θα τον κάνει ανίκανο να δεχτεί τη χάρη του Θεού, που είναι πάντοτε έτοιμη να μας επισκεφτεί… Ένα μόνο κατάλαβα, ότι δεν πρέπει ποτέ ο άνθρωπος να ορμά προς τα οράματα, προς τη θεωρία (=θέα του Θεού), προς τις υψηλές κατακτήσεις. Όλα αυτά είναι ο δρόμος της πλάνης… Μην επιθυμείτε οράματα, ακόμα και την ώρα των οραμάτων» (π. Σωφρόνιος, στο Αγώνας θεογνωσίας, κεφ. 13 – μετά θάνατον έκδοση της πολυκύμαντης αλληλογραφίας του με το Δαβίδ Μπάλφουρ, έναν Άγγλο ορθόδοξο).
Η επιθυμία και η επιδίωξη μεταφυσικών εμπειριών, ακόμη και μέσα από την ορθόδοξη χριστιανική ζωή, κρύβει μια ιδιοτέλεια. Ο χριστιανός απλώς διψάει για το Θεό (θείος έρως) και προσεύχεται με την επιθυμία: «Θεέ μου, άνοιξε την αγκαλιά Σου και βάλε με μέσα, τον αμαρτωλό». Γι’ αυτό και η συνηθέστερη προσευχή των ορθόδοξων μοναχών είναι η λεγόμενη «μονολόγιστη ευχή»: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό. Η προσευχή αυτή δε ζητά τίποτα συγκεκριμενο από το Θεό, και συγχρόνως ζητά τα πάντα. Αφήνει όμως Εκείνον να ελεήσει τον άνθρωπο, όπως Εκείνος θέλει, δηλαδή όπως Εκείνος ξέρει.

Advertisements
15
Ιαν.
09

Η αγάπη

α. Τι δεν είναι η χριστιανική αγάπη.

Στα πλαίσια της ορθολογικής ανθρωπολογίας που προέκυψε από το διαφωτισμό, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου κατανοήθηκε ως διακρινόμενος σε δύο μέρη: τη λογική (νους) και ένα μη λογικό τμήμα, στο οποίο υπάγονται τα συναισθήματα (καρδιά, στη γλώσσα κυρίως των ποιητών) και τα ένστικτα. Τα δύο αυτά είναι «εκ φύσεως», εξουσιάζουν τον άνθρωπο, συνιστούν δεσμά του.
Σήμερα πια ξέρουμε ότι σχετίζονται άμεσα με την εγκεφαλική δραστηριότητα και τη βιοχημεία του ανθρώπου, ενώ κατά κάποια άποψη, μάλλον επικρατούσα, και η συνείδηση και η λογική έχουν σωματική διάσταση, δεν είναι παρά πλευρές της εγκεφαλικής λειτουργίας, και αυτό που ο χριστιανισμός εννοεί ως «ψυχή» δεν υπάρχει. Ό,τι είναι ο άνθρωπος έγκειται στο σώμα του. Η άποψη αυτή φυσικά είναι φιλοσοφική άποψη (μια οντολογική αρχή), η οποία αναγνωρίζει ως υπαρκτό μόνον ό,τι είναι ανιχνεύσιμο για τη δυτική επιστήμη, την οποία θεωρεί ως τη μόνη επιστήμη. Το θέμα αυτό δε θα μας απασχολήσει προς το παρόν.
Η αγάπη, για να επανέλθουμε, θεωρήθηκε συναίσθημα και υπάχθηκε σ’ αυτό το μη λογικό κομμάτι του ανθρώπου, όπου επιλογές σχεδόν δεν υπάρχουν αλλά μόνο φυσικά ανακλαστικά. Η αγάπη, αυτού του τύπου, είναι η θετική διάθεση που υπάρχει εκ φύσεως απέναντι σε πρόσωπα, με τα οποία μας συνδέει ένας συγγενικός, ερωτικός ή φιλικός δεσμός. Αγαπάμε τα παιδιά μας, τους γονείς μας, τον άνθρωπο με τον οποίο είμαστε ερωτευμένοι, τους φίλους μας (ανταποδίδοντας την αγάπη τους) και γενικότερα εκείνους που θεωρούνται (μάλλον από το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο) «αξιαγάπητοι».
Είναι αυτονόητο ότι το συναίσθημα αυτό ο άνθρωπος δεν το επιλέγει, καθώς και ότι δεν έχει θέση στην περιοχή της επιστημονικής έρευνας. Όχι μόνο δε μπορείς ν’ αγαπάς το αντικείμενο της έρευνάς του (πώς να το αγαπάς; αφού πρέπει να το κατακτήσεις), αλλά και το συναίσθημα κατά κανόνα αλλοιώνει την επιζητούμενη ουδετερότητα και αντικειμενικότητα του ερευνητή, άρα πρέπει οπωσδήποτε ν’ αποκλειστεί. Αγαπάς το ηλεκτρόνιο; Αγαπάς το ζώο, πάνω στο οποίο κάνεις επώδυνα πειράματα; Δε στέκει. Πολύ περισσότερο, όταν αγαπάς την ιστορική περίοδο ή την κοινωνία, την οποία ερευνάς, πώς θα είσαι αμερόληπτος; Η έρευνά σου κινδυνεύει να υποταχθεί σε συνειδητές ή υποσυνείδητες σκοπιμότητες, δικές σου ή άλλων.
Άλλωστε και αυτή η αγάπη, η συναισθηματική και φυσική, αμφισβητήθηκε από τη νεώτερη διανόηση και την ψυχολογία. Δεν αγαπάς τα παιδιά σου, αλλά την προέκταση του εαυτού σου που βλέπεις σ’ αυτά, δεν αγαπάς τους γονείς σου, αλλά την προστασία που σου προσφέρουν, δεν αγαπάς τους φίλους σου, αλλά τις όμορφες στιγμές που περνάτε μαζί, δεν αγαπάς τον ερωτικό σου σύντροφο, αλλά την ηδονή που σου χαρίζει. Δεν ερωτεύεσαι εσύ, αλλά το «εγωιστικό γονίδιο», στο οποίο υπόκεισαι, και το οποίο αναζητά τυφλά τον πλέον κατάλληλο για την επόμενη γονιμοποίηση και τη διαιώνιση του είδους.
Τέλος, το να αγαπάς εκείνους που δεν είναι αξιαγάπητοι (είναι εχθροί σου ή είναι, γενικά, κακοί ή και απλώς αντιπαθείς) δεν υπαγορεύεται από τη φύση. Από τη φύση υπαγορεύεται να τους αποστρέφεσαι ή να τους αντιμάχεσαι, ανάλογα με την περίσταση. Γι’ αυτό η εντολή του Χριστού «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (όπου ως «αγάπη», επαναλαμβάνω, θεωρήθηκε ένα εκ φύσεως, δηλ. αυτόματο, συναίσθημα, που φυσικά δεν υπάρχει για τους εχθρούς μας) χαρακτηρίστηκε είτε ψέμα είτε παραλογισμός.
Το πρόβλημα ήταν ότι η δυτική διανόηση, για τους δικούς της ιστορικούς λόγους, δεν ανακάλυψε το χώρο που οι άγιοι ονομάζουν «καρδιά» (καρδία). Ούτε η ψυχολογία που αναπτύχθηκε στη συνέχεια υποψιάστηκε ότι υπάρχει στον άνθρωπο αυτός ο χώρος. Αν το γνώριζε (αν έστω είχε απλώς διαβάσει τους Πατέρες και είχε υποψιαστεί ότι δεν είναι ανόητοι καλόγεροι, αλλά μπορεί να έχουν δίκιο στον τρόπο που κατανοούν τον άνθρωπο –τώρα πολλοί αναζητούν την «παραδοσιακή σοφία» των διαφόρων προτεχνολογικών πολιτισμών, την οποία ανακατεύουν ερμηνευτικά προκαλώντας ενίοτε και σύγχυση), θα ήξερε ότι αυτό που λέγεται «αγάπη» στον ορθόδοξο χριστιανισμό δεν είναι συναίσθημα. Είναι μια λειτουργία, στην οποία συμμετέχει ο όλος άνθρωπος με πρωταγωνιστή το νου του.

β. Τι είναι η χριστιανική αγάπη.

Αγάπη ονομάζεται η εκούσια διεύρυνση της χωρητικότητας της «νοερής καρδιάς», με τάση να συμπεριλάβει το σύμπαν. Η διεύρυνση αυτή δημιουργεί ένα είδος σχέσης που ονομάζεται περιχώρηση και εκδηλώνεται με την ταύτιση των συναισθημάτων χαράς και λύπης εκείνου που αγαπά με τα αντίστοιχα συναισθήματα του αγαπημένου. Η ταύτιση αυτή δημιουργεί ενότητα, που ταυτίζεται με τον παράδεισο. Στη σχέση αυτή συμμετέχει ο όλος άνθρωπος (ψυχή και σώμα, νους και καρδιά), αλλά κέντρο της σχέσης είναι η καρδιά, με την έννοια που μεταχειρίζονται τον όρο αυτό οι ορθόδοξοι Πατέρες.
Καρδιά (ή «νοερή καρδιά») είναι η περιοχή της ψυχής, όπου λαμβάνει χώρα αυτή η σχέση και συντελείται η περιχώρηση των όντων διά της αγάπης. Εκεί ο άνθρωπος συναντά αυτούς που αγαπάει και ενώνεται μαζί τους. Στο μέγιστο βαθμό διεύρυνσης η καρδιά περιλαμβάνει όλα τα όντα, μεταξύ των οποίων και το Θεό –η κατάσταση αυτή ταυτίζεται με τη θέωση. Με αυτή την έννοια, η βασιλεία του Θεού (η παραδείσια σχέση) «εντός ημών εστίν» (πρβ. Λουκ. 17, 21).
Ο άνθρωπος οικοδομεί εντός του τη βασιλεία του Θεού, όταν ενώνεται διά της αγάπης με τους άλλους ανθρώπους και το Θεό. Ξεκινώντας από εκεί, περιχωρεί και τα άλλα όντα. Είναι φανερό ότι αυτή η αγάπη δεν είναι «συναισθηματική» αγάπη, αλλά συνειδητή επιλογή. Και, όντας όμοια (καθ’ ομοίωσιν) με την αγάπη του Θεού για τα όντα, αλλά και με την αγάπη των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας μεταξύ Τους, δε γνωρίζει όρια ή εμπόδια:
«Η αγάπη που προέρχεται από οποιοδήποτε πράγμα του κόσμου τούτου, μοιάζει με μια μικρή λάμψη, που τρέφεται με λάδι, όπως το καντήλι, και έτσι διατηρεί το φως του. Μάλλον μοιάζει με ξερό χείμαρρο, που τρέχει μόνον όταν βρέχει, ενώ, αν σταματήσει η βροχή, σταματά κι αυτός. Η αγάπη όμως που προέρχεται από το Θεό είναι σαν μια πηγή αστείρευτη, γιατί έχει άφθονο και ατελείωτο νερό, γιατί μόνο ο Θεός είναι η πηγή της αγάπης. […] Καρδία ελεήμων σημαίνει καύσις καρδίας υπέρ όλης της κτίσεως, δηλαδή υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος, από τη θύμηση και τη θεωρία των οποίων τρέχουν από τα μάτια δάκρυα και από την πολλή συμπάθεια και την ελεημοσύνη μικραίνει η καρδιά του ελεήμονος και δεν μπορεί να υποφέρει να δει ή να ακούσει κάποια βλάβη ή κάτι λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και υπέρ των αλόγων ζώων και υπέρ των εχθρών της αλήθειας και υπέρ εκείνων που τον βλάπτουν εύχεται κάθε ώρα με δάκρυα, για να τους φυλάξει και να τους ελεήσει ο Θεός», άγιος Ισαάκ ο Σύρος, 7ος αι. (Βλ. Π. Μ. Σωτήρχου, Ο εμός φιλόσοφος, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, σελ. 104. Πρβ. π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αστήρ, Αθήναι 1981, σελ. 28-29).
«Η αγάπη αυτή δεν έχει όρια δεν ερωτά: ποιος είναι άξιος και ποιος δεν είναι; αλλ’ αγαπά τους πάντες: αγαπά φίλους και εχθρούς, αγαπά αμαρτωλούς και κακούργους, δεν αγαπά όμως τις αμαρτίες τους και τα εγκλήματά τους. Ευλογεί εκείνους που καταριούνται και ως ήλιος φωτίζει και τους πονηρούς και του αγαθούς (Ματθ. 5, 45-46). […] Η αγάπη του Χριστού είναι πάντοτε παναγάπη. […] Εάν είσαι του Χριστού, ταπείνωσε τον εαυτό σου μέχρι του σκώληκος: σάρκωσε τον εαυτό σου στον πόνο του κάθε πονεμένου, στη θλίψη του κάθε θλιμμένου, στο πάθος του κάθε βασανισμένου, στο άλγος του κάθε ζώου και πουλιού» (γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 58-59).

Η αγάπη προς τους εχθρούς (το μεγάλο σκάνδαλο του χριστιανισμού) δεν είναι ουτοπία, αλλά πραγματικότητα. Σε απόλυτο βαθμό εφαρμόστηκε από τους αγίους, που προσεύχονταν για τους βασανιστές και τους εκτελεστές τους, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού πάνω στο σταυρό. Π.χ. ο άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυρας, που, πεθαίνοντας καταπληγωμένος από το λιθοβολισμό, προσευχήθηκε λέγοντας: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πράξεις των αποστόλων).

«Η ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς. … Χωρίς τη χάρη του Θεού, δε μπορούμε ν’ αγαπούμε τους εχθρούς μας. Το Άγιο Πνεύμα όμως εμπνέει την αγάπη, και τότε η ψυχή λυπάται ακόμη και τους δαίμονες… Σας ικετεύω, δοκιμάστε. Αν κάποιος σας προσβάλει ή σας ατιμάσει ή σας πάρει κάτι από τα υπάρχοντά σας ή και αν καταδιώκει την Εκκλησία ακόμη, προσευχηθείτε στον Κύριο λέγοντας: «Κύριε, όλοι είμαστε πλάσματά Σου. Λυπήσου τους πλανημένους δούλους Σου και κάλεσέ τους σε μετάνοια»… Αν δεν έχεις αγάπη, τουλάχιστον μην τους διαβάλλεις και μην τους καταριέσαι και τότε καλύτερο θα είναι. Αν όμως κάποιος σκέφτεται το κακό για τους εχθρούς του, σημαίνει μάλλον πως κάποιο πονηρό πνεύμα εισήλθε στην καρδιά του και της φέρνει κακούς λογισμούς».

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, 1866-1938

«Οι παλαιότεροι προσεύχονταν γι’ αυτούς που τους βασάνιζαν και τους κρατούσαν δεμένους στα πόδια και ευλογούσαν αυτούς που πήγαιναν για το θάνατο. […] Είναι αλήθεια ότι δεν είναι κατά φύσιν ν’ αγαπάς με όλη σου την καρδιά αυτόν που σε σκοτώνει με διάφορους τρόπους, αλλά είναι πάνω από τη φύση σου. Αυτή είναι η έννοια της αληθινής μετάνοιας: επανάκτηση της άνευ όρων αγάπης, επιστροφή απ’ όλες τις αμαρτίες προς τον ένα Θεό και όλους τους ανθρώπους. Όσες φορές γίνεται το θαύμα αυτού του μυστηρίου, τότε λέμε ότι η θεία χάρη εργάζεται την επιστροφή των ανθρώπων στην αθωότητα των νηπίων.
Όποιος θέλει να νικήσει τον κόσμο, ας προσεύχεται στον Πατέρα ή μυστικά ή με το νου του για όποιον ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και της αμαρτίας. Η υπομονή στην πίεση του κακού, η συγχώρηση των αδελφών μας και η μυστική προσευχή γι’ αυτούς ενώπιον του Θεού είναι οι πνευματικές δυνάμεις, με τις οποίες μεταστρέφουμε προς το καλύτερο τον κόσμο με τις κακίες του. Επιμένοντας σ’ αυτό το έργο μπορείς να γίνεις αιτία σωτηρίας και των εκ του κόσμου αδελφών σου».

Γέροντας Αρσένιος Μπόκας (Ρουμανία), 1910-1989.

15
Ιαν.
09

Γιατί κάνουμε Θρησκευτικά στο σχολείο

Οι πιστοί κάθε θρησκείας επιθυμούν να μυήσουν τα παιδιά τους στη θρησκεία τους, που τη θεωρούν ως ένα δρόμο προς τη σωτηρία. Αυτό σημαίνει να κάνουν τα παιδιά τους πιστούς της θρησκείας τους και να τους διδάξουν τις διδασκαλίες της και τους τρόπους που προτείνει η θρησκεία αυτή για την επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό ή τους θεούς. Ανάλογα με το αν η κοινωνία όπου ζουν είναι πιο ελεύθερη ή πιο καταπιεστική (δηλαδή αν οι άνθρωποι είναι πιο σκληροί ή πιο ανεκτικοί), το παιδί, μεγαλώνοντας, μπορεί ευκολότερα ή δυσκολότερα ν’ αλλάξει θρήσκευμα (πράγμα που βέβαια δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι έκανε «ελεύθερη επιλογή», γιατί πάντα οι επιλογές μας εξαρτώνται από τις συνθήκες).
Ο φυσικός χώρος, στον οποίο ο άνθρωπος κοινωνικοποιείται στη θρησκευτική του παράδοση, είναι η οικογένειά του. Και ο χώρος, στον οποίο διδάσκεται τις λατρευτικές πρακτικές και τη διδασκαλία της θρησκείας του, είναι οι ναοί και τα μοναστήρια της θρησκείας του.

Στην παράδοση του ορθόδοξου χριστιανισμού, το παιδί κανονικά μαθαίνει από τους γονείς και τους συγγενείς του (ιδιαίτερα από τη μητέρα του, τη γιαγιά του και τις άλλες γυναίκες της οικογένειας) τις προσευχές, τις γιορτές και τις νηστείες, το βίο του αγίου που φέρει το όνομά του και τα έθιμα που σχετίζονται με την εκκλησιαστική ζωή. Αποχτά τη «συνήθεια» να πηγαίνει στην εκκλησία και να συναντά εκεί τους συνανθρώπους του, στην πιο σημαντική ώρα της εβδομάδας, να συμμετέχει μαζί τους στα μυστήρια και μάλιστα στη θεία Μετάληψη, να καταθέτει το περιεχόμενο της καρδιάς του στο Θεό κατά την ώρα της εξομολόγησης, να σέβεται το Θεό, την Παναγία και τα άλλα ιερά πρόσωπα και φυσικά να σέβεται και ν’ αγαπά το συνάνθρωπό του. Το τελευταίο σημαίνει: αποχτά τη συνήθεια να μην κάνει «ό,τι θέλει», να μην απαιτεί αποκλειστικά την ικανοποίηση των ατομικών του επιθυμιών, αλλά ν’ αφήνει όσο γίνεται περισσότερο χώρο στην ψυχή του για την παρουσία και το θέλημα των άλλων, τους οποίους αγαπά.
Όλα αυτά είναι μια τεράστια άσκηση αγάπης, που κατορθώνεται με την πράξη, όχι με τη θεωρία. Η θεωρία είναι απαραίτητη, για να ξέρουμε ποιος είναι ο σκοπός της πράξης, αλλά το ν’ αποχτήσουμε «θρησκευτικές γνώσεις» δεν είναι η ίδια η σχέση μας με το Θεό, δεν είναι η παγκόσμια εν Χριστώ αγάπη, στην οποία καλούμαστε να συμμετέχουμε.
Φυσικά, επειδή οι οικείοι του συνήθως δεν έχουν εμβαθύνει στη χριστιανική διδασκαλία ούτε έχουν κάποια ιδιαίτερη γνώση γι’ αυτήν, είναι πιθανόν να του τη μεταφέρουν λάθος. Να το πείσουν π.χ. ότι είναι σωστό και δίκαιο να μισεί εκείνους που έκαναν ή θέλουν να κάνουν κακό στο ίδιο ή την οικογένειά του – ότι είναι σωστό να περιφρονεί τους «κακούς», τους «αμαρτωλούς», εκείνους που είναι παραδομένοι στα πάθη τους – να το πιέζουν να προσεύχεται ή να εκκλησιάζεται με την ψευδαίσθηση ότι έτσι η ζωή του θα γίνει ευκολότερη γιατί «θα το αγαπάει ο Θεός» (ενώ η αγάπη του Θεού δεν απαλλάσσει από τα βάσανα, αλλά καθαγιάζει τη συμμετοχή μας σ’ αυτά) – να του μάθουν ότι ο Θεός εκδικείται και πρέπει να Τον φοβόμαστε ή ότι Τον δοξάζουμε όταν όλα πηγαίνουν στη ζωή μας καλά, αλλά γινόμαστε εχθροί Του όταν μας βρίσκουν συμφορές, αφού δε φρόντισε να μας προστατεύσει…
Γι’ αυτό, στο θέμα του χριστιανισμού, δεν είναι ασφαλές να εμπιστευόμαστε πάντα τους δικούς μας. Είναι πιο ασφαλές να εμπιστευόμαστε αυτά που ακούμε μέσα στο ναό σε συνδυασμό με τις συζητήσεις μας μ’ έναν έμπειρο ορθόδοξο πνευματικό δάσκαλο που έχουμε διαλέξει και που συνήθως είναι ο εξομολόγος μας. Σιγά σιγά βέβαια αποκρυσταλλώνουμε τη δική μας άποψη για τα πράγματα, που καλό είναι πάντα να τη φιλτράρουμε μέσα από τις απόψεις άλλων (κυρίως των αγίων, που τις βρίσκουμε από τους βίους και τα έργα τους), γιατί ο ένας άνθρωπος, ο «σίγουρος» για τις απόψεις του, μπορεί πολύ εύκολα να πλανηθεί.
Όλα αυτά έχουν διαμορφώσει, νομίζω, την απάντηση στο ερώτημα γιατί υπάρχει στο σχολείο το μάθημα των Θρησκευτικών. Επειδή η οικογένεια δεν είναι πάντα σε θέση να διδάξει την εκκλησιαστική παράδοση και τη θεολογία στα παιδιά της, το κράτος αναθέτει σε ειδικούς δασκάλους το έργο αυτό. Ο καθηγητής των Θρησκευτικών επιτελεί ένα έργο που ανήκει, στην πραγματικότητα, στην οικογένεια. Εξυπακούεται ότι απευθύνεται σε παιδιά ορθόδοξων, που οι γονείς τους του τα έχουν εμπιστευθεί για να τους προσφέρει γνώση για την πνευματική κληρονομιά τους.

Υπάρχουν βέβαια δύο προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα: στην εποχή μας πάρα πολλοί άνθρωποι, που είναι βαφτισμένοι στη βρεφική τους ηλικία, δεν αισθάνονται μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα παιδιά τους πρέπει να κάνουν το μάθημα των Θρησκευτικών; Σ’ αυτό το ερώτημα απαντώ απλώς ότι οι άνθρωποι που, ενώ ανήκουν σε χώρο ιστορικά ορθόδοξο (είναι π.χ. Έλληνες, Ρώσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Γεωργιανοί κ.τ.λ.), έχουν στη συνείδησή τους αποχωρήσει από την Εκκλησία και «τραβάνε το δρόμο τους», τις πιο πολλές φορές είναι πληγωμένοι και κάποιες άλλες φορές έχουν κάνει το λάθος να εμπιστευτούν κάποιον πάρα πολύ (ίσως τον εαυτό τους) κι έτσι πείστηκαν ότι κάποιος άλλος, έξω απ’ την Εκκλησία, «ξέρει καλύτερα». Σίγουρα δεν ξέρουν –κι ας νομίζουν ότι ξέρουν– τι είναι η ορθοδοξία, τι εκφράζουν οι άγιοί της και ποια είναι η διδασκαλία τους.
Έτσι, το ερώτημα τίθεται ως εξής: τα παιδιά τους δικαιούνται να μάθουν τι είναι η ορθοδοξία πριν ακολουθήσουν τους γονείς τους στην άρνησή της; Το να μάθουν την ορθόδοξη παράδοση είναι δικαίωμα, δεν είναι υποχρέωση κανενός. Η κρίσιμη επιλογή είναι αν αυτό το δικαίωμα θα το ασκήσουν ή θα το απεμπολήσουν. Αν, μετά από ένα και μόνο μάθημα, αυτά τα παιδιά και οι γονείς τους αποφασίσουν ότι δε θέλουν να μάθουν τι είναι η ορθοδοξία, ίσως πρέπει να τα απαλλάξουμε από το μάθημα θεωρώντας τα «μη ορθόδοξα» (πρέπει βέβαια να προσέξουν, να μη δηλώσουν «μη ορθόδοξα» απλώς επειδή θέλουν ν’ απαλλαγούν από ένα μάθημα, αρνούμενα έτσι από επιπολαιότητα την πίστη τους, δηλαδή κάνοντας κάτι που πολλοί πρόγονοί τους προτίμησαν να υποστούν φρικιαστικά βασανιστήρια παρά να το κάνουν).
Το δεύτερο πρόβλημα: κανονικά, όπως είπαμε, ο άνθρωπος μυείται στην εκκλησιαστική παράδοση συμμετέχοντας στις τελετές στο ναό και στο μυστήριο της εξομολόγησης, επισκεπτόμενος μοναστήρια, μαθαίνοντας το βίο και τη διδασκαλία των αγίων, προσευχόμενος και συνομιλώντας με έμπειρους ορθόδοξους πνευματικούς οδηγούς. Όχι σ’ ένα μαζικό, άψυχο και απρόσωπο σχολείο, όχι σ’ ένα υποχρεωτικό σχολείο, και μάλιστα σ’ ένα σχολείο που τον φορτώνει μ’ ένα σωρό πληροφορίες για ετερόκλητα αντικείμενα και, επιπλέον, τον πιέζει μέχρι εξόντωσης να τις αποστηθίζει για να δοκιμαστεί στην παράλογη αρένα των μυθοποιημένων Πανελλαδικών Εξετάσεων! Αυτό το σύστημα δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν ν’ αγαπήσει αυτό που μαθαίνει –επομένως δεν πρόκειται να γίνει ένα μαζί του, δε θα το κάνει πνευματική του τροφή, δε θα το μάθει ποτέ αληθινά.
Το μάθημα των Θρησκευτικών ακολουθεί αυτή την αφύσικη «εκπαιδευτική» μέθοδο. Συχνά μάλιστα γίνεται καταπιεστικό, πράγμα για το οποίο ευθύνονται και οι διδάσκοντες. Αιτία αυτού του παραλογισμού είναι ότι το μάθημα μπήκε στα σχολεία αμέσως μετά την απελευθέρωση από την οθωμανική αυτοκρατορία με τρόπο όχι ορθόδοξο, αλλά επηρεασμένο από την ευρωπαϊκή νοησιαρχία (την ιδέα ότι όλα πρέπει να γίνουν ορθολογική γνώση και να τα «μάθουμε» με το νου μας). Η κυβέρνηση Καποδίστρια, η βαυαρική Αντιβασιλεία και οι κατοπινές ελληνικές κυβερνήσεις, επηρεασμένες από προτεσταντικά κυρίως πρότυπα, είδαν το χριστιανισμό απλά ως μέσο για την «ηθική καλλιέργεια» των μαθητών, όχι ως ερωτική σχέση Θεού και ανθρώπων, όπως τον βλέπουν οι ορθόδοξοι άγιοι! Ενέταξαν λοιπόν στο σχολικό πρόγραμμα την εκμάθηση των διαφόρων στοιχείων της χριστιανικής διδασκαλίας και της εκκλησιαστικής ιστορίας, σαν ο έρωτας να ήταν κάτι που το μαθαίνεις καθισμένος στο θρανίο και μετά το παπαγαλίζεις και βαθμολογείσαι για τις επιδόσεις σου.
Θα ήταν μάλλον πολύ πιο σύμφωνο με το πνεύμα της ορθοδοξίας και πιο αποτελεσματικό παιδαγωγικά να πηγαίναμε εκδρομή σ’ ένα ήσυχο και όμορφο μοναστήρι, να συμμετείχαμε στη λειτουργία μιας μεγάλης γιορτής, Χριστουγέννων ή Πάσχα π.χ. (και να εξηγεί ο καθηγητής τούς πολλούς και βαθύτατους συμβολισμούς της λειτουργίας αυτής), να παρατηρούσαμε τους συμβολισμούς που είναι ενσωματωμένοι στο χτίσιμο του ναού και στις αγιογραφίες, ν’ ακούγαμε τους βίους των αγίων, τον απόστολο και το ευαγγέλιο (εξηγημένα), και να φεύγαμε χωρίς να βαθμολογηθούμε για τη συμμετοχή μας.
Παρ’ όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι το μάθημα των Θρησκευτικών υπάρχει στο σχολικό πρόγραμμα. Και δεν περιλαμβάνει συμμετοχή στη λατρεία ούτε εκδρομές στις πηγές του χριστιανικού βιώματος. Και καταλήγει σε βαθμολόγηση των επιδόσεών μας, δηλαδή του πόσο διαβάσαμε και κατά πόσο «αποδείξαμε» στον διδάσκοντα ή τη διδάσκουσα ότι έχουμε διαβάσει. Τι να κάνουμε; Αυτά έχει η ζωή… Μια συμβουλή: ας αξιοποιήσουμε την παρουσία μας σ’ αυτό το μάθημα, για να φύγουμε έχοντας κερδίσει τη γνώση της πνευματικής μας κληρονομιάς. Αυτή η γνώση δε θα μας βοηθήσει να αποκατασταθούμε επαγγελματικά (όπως και η γνώση της Ιστορίας ή των αρχαίων ελληνικών κειμένων δε θα μας βοηθήσει σ’ αυτό τον τομέα), θα μας βοηθήσει όμως σε κάτι πολύ πιο δύσκολο και πιο σημαντικό: να είμαστε ελεύθεροι –μάλιστα σε μια εποχή, όπου πολλοί θέλουν και συχνά καταφέρνουν να μας αφαιρέσουν την ελευθερία μας, χωρίς να το καταλάβουμε διόλου.

15
Ιαν.
09

απόσπασμα 4ο

Απασχολούσε το νου του τουλάχιστον είκοσι χρόνια, από την εφηβεία του, αλλά ποτέ δεν είχε επιχειρήσει ούτε ένα προσχέδιο τώρα όμως ένιωθε έτοιμος να ξεκινήσει.
Ωστόσο είχε κάνει πολλές δοκιμές σκιτσάροντας μορφές ανθρώπινων και υπανθρώπινων όντων στα κόμικς του. Το σύνολο του έργου του ως κομίστα ήταν, ασυναίσθητα, μια μακρόχρονη προετοιμασία γι’ αυτή τη σειρά. Το συνειδητοποίησε τώρα και μούγκρισε ελαφρά με ικανοποίηση. Δε μίλησε ήταν μόνος στο ατελιέ του.
Έφτιαξε τσάι από κινέζικα βότανα. Όχι ετοιματζίδικο του εμπορίου διαλεγμένο στ’ αλήθεια από ειδικούς, εκείνο το αφέψημα που κλείνει μέσα του τα μυστικά της αυτοσυγκέντρωσης και της γαλήνης. Τό ’βαλε σ’ ένα πανέμορφο κινέζικο κύπελλο από χειροποίητη πορσελάνη, διακοσμημένο στο χέρι με εικόνες και ιδεογράμματα. Ανάμεσά τους μια μινιατούρα του Ταό Τε Κινγκ, γραμμένη με τόσο μικρά σύμβολα που είχε χρειαστεί μικροσκόπιο για να τη διαβάσει. Ήταν το πιο ακριβό απόχτημα που κληρονόμησε απ’ το δάσκαλό του, όταν ζούσε στην Κίνα.
Ετοίμασε εφτά σανιδένιους καμβάδες και τους κρέμασε στον τοίχο. Έστησε στο καβαλέτο ένα όγδοο μικρό σανίδι, το χρωμάτισε με υποκίτρινη ώχρα κι έγραψε με χρυσά βυζαντινά ψηφία οροθετημένα με πορφυρά περιγράμματα:

Η πρώτη μορφή είναι το σκοτάδι, η δεύτερη η επιθυμία, η τρίτη η άγνοια, η τέταρτη η έξαψη του θανάτου, η πέμπτη η εξουσία της σάρκας, η έκτη η ανόητη σαρκική σοφία και η έβδομη η οργισμένη γνώση. Αυτές είναι οι εφτά μορφές του Κακού.
Απόκρυφο της Μαγδαληνής

Άφησε στην άκρη το μικρό σανίδι και κοίταξε τα μεγάλα. Είχε επιλέξει το ξύλο, για να δεθεί με τις μυστικές φυτικές ρίζες του ανθρώπου.
Τα εφτά πρόσωπα του Φόβου ανέτειλαν στη φαντασία του σαν ήλιοι. Θα τα ζωγράφιζε, διακινδυνεύοντας ακόμα και τη λογική του.
Το πρώτο απ’ αυτά θα ήταν το πρόσωπο της θεάς λεοπάρδαλης το εχθρικό τοτέμ (σχήμα οξύμωρο) που αναδύεται από τα έγκατα της ψυχής, μόλις που ο άνθρωπος, ασυναίσθητα ακόμα, έχει ξεχωρίσει από τα ζώα το τρομερό αρχέτυπο, το στόμα που κατασπαράζει, που βρίσκεται στη φαντασία και τους εφιάλτες! Και, για να το εξευμενίσουμε, θυσιάζουμε τα μικρά κορίτσια στις λεοπαρδάλεις που περιφέρονται πεινασμένες και ανυποψίαστες στη ζούγκλα. Η θεά θα ήταν έτοιμη να γλείψει το θύμα της, με μάτια γεμάτα προσμονή, πριν το κατασπαράξει μόνο που το θύμα της (που δε θα φαινόταν, αλλά θα συμβολιζόταν στη συνείδηση του θεατή) θα ήταν ένα ολόκληρο χωριό που αθέτησε τις υποχρεώσεις του. Η λεοπάρδαλη, η κιτρινόμαυρη Νέμεση με τα λεπτά και αιχμηρά νύχια, τιμωρεί.
Για το δεύτερο πρόσωπο είχε να διαλέξει ανάμεσα σε δυο θεές την ινδική Κάλι, σύζυγο του Σίβα, του καταστροφέα χορευτή, του πρώτου μεγάλου γιόγκι, και την Ανάθ, σύζυγο του ηλιακού Βάαλ, από τη μεσοποταμιακή Χαναάν.
Η Κάλι, η Μαύρη, η Μεγάλη Νύχτα, η θανάσιμη ερωτική ορμή, φοράει περιδέραιο από μικρά κεφάλια και ζώνη από κομμένα χέρια που στάζουν αίμα. Κολυμπάει ολόγυμνη και πανέμορφη, με πολλά χέρια που κρατούν ματωμένα όπλα, σε μια λίμνη αίματος, όπου είναι βυθισμένη ώς τη μέση. Και χορεύει! Χορεύει έξαλλα, μεθυσμένη, μαινόμενη, με τη γλώσσα έξω, πίνοντας ζεστό αίμα, απολαμβάνοντας την ανοησία των πιστών της και τον απερίγραπτο πόνο και σπαραγμό των θυμάτων της.
Η Ανάθ κατασπαράζει τα κοπάδια στις ακρογιαλιές και τους ανθρώπους στα φτωχικά χωριά τους, κατασπαράζει και το Μοτ, το θεό του θανάτου, όταν τολμά να αιχμαλωτίσει τον άντρα της. Τ’ όνομά της προέρχεται απ’ το ασσυριακό ettu και το αραμαϊκό enet, που σημαίνει μοίρα, δηλώνοντας πως είναι η αδίσταχτη Μοίρα που καταδιώκει σαν όρνιο την αβάσταχτη και ασήμαντη ζωή του ανθρώπου! Ω, γλυκιά Μοίρα!… Όπως και η Κάλι, εικονίζεται χωμένη στο αίμα μέχρι το λαιμό, μ’ ένα λόφο κεφάλια κάτω απ’ τα πόδια της και κοπάδια ανθρώπινα χέρια να στριφογυρίζουν γύρω της σαν ακρίδες.
Ήξερε εκ των προτέρων ότι θα προτιμούσε την Ανάθ. Ήθελε μ’ αυτό τον τρόπο να κατανοήσει, αλλά και να κάνει κατανοητή, τη γενοκτονία των Χαναναίων, στην οποία προέβησαν οι Ισραηλίτες του Μωυσή, όταν γύρισαν από την Αίγυπτο μετά από περιπλάνηση στην έρημο σαράντα χρόνια. Έπεσαν σα γεράκια στις πόλεις της Χαναάν διεκδικώντας τη γη που ο Θεός τους πριν από αιώνες είχε παραχωρήσει στον Αβραάμ (τον οποίο οι Χαναναίοι δεν είχαν ούτε ακουστά), κατέσκαψαν τις πόλεις και σκότωσαν λυσσαλέα ανθρώπους και ζώα! Γιατί; Για να μην επιβιώσει το πνεύμα της Ανάθ μέσα στο σπέρμα των ανθρώπων, που είχαν ποτιστεί με την αιματηρή παραφροσύνη της. Κι όμως ο Βάαλ δεν άργησε να επιστρέψει και οι Φιλισταίοι να κατακυριεύσουν την Παλαιστίνη –την πατρίδα τους– που φέρει και σήμερα τ’ όνομά τους.
Το τρίτο πρόσωπο του Φόβου ήταν το πρόσωπο της Λιλίθ. Ο ζωγράφος ήπιε μια γουλιά απ’ το μυρωδάτο φλιτζάνι αναλογιζόμενος την όψη της, που προκαλούσε σάλεμα του νου, δηλαδή έκανε τον άνθρωπο να πάψει νά ’ναι άνθρωπος. Κακό χειρότερο απ’ το θάνατο, γιατί ακόμα κι εκεί κάποια σπίθα μπορεί να επιβιώνει σε μια τρελή ψυχή όμως;
Η Λιλίθ, ο θηλυκός δαίμονας της τρέλας. Ανατρίχιασε στη σκέψη. Ανασηκώθηκε κι έκανε μια νευρική βόλτα γύρω απ’ την καρέκλα. Κατοικούσε στην καρδιά ενός πρωταρχικού δέντρου, που το κατέστρεψε ο Γιλγαμές στο ομώνυμο ασσυροβαβυλωνιακό έπος. Από τότε περιφέρεται άστεγη τις νύχτες στα χωματένια στενά των χωριών και τρελαίνει τις γυναίκες, με ιδιαίτερη προτίμηση στις εγκύους, που τις κάνει ν’ αποβάλουν και δημιουργεί το στρατό της από τα παιδιά που πεθαίνουν πριν γεννηθούν. Ένα απίστευτα αιμοβόρο θηλυκό βαμπίρ, η βασίλισσα των ζόμπι, εφιάλτης που κατοικεί στο υποσυνείδητο και διαμορφώνει το στρατό του για να κυριαρχήσει τον κόσμο! Είναι το αντίθετο της Μάνας φυλάξτε τα μωρά σας!
Δεν εικονιζόταν μέσα στο αίμα, όπως οι άλλες δυο, αλλά τα μάτια της, κίτρινα με γκριζόμαυρες κόρες, ηλέκτριζαν προκαλώντας το σάλεμα σ’ ό,τι πιο πολύτιμο διέθετε το ανθρώπινο γένος. Αυτά τα μάτια έπρεπε να τα πετύχει.

Ιδού λοιπόν, ψυχή μου, τα τρία πρόσωπα του Φόβου στην πρώτη εποχή της ανθρωπότητας, την εποχή του μύθου. Τρεις Γυναίκες. Οι δυο –που ενώνονται σε μία– σύζυγοι ενός μεγάλου θεού μήπως τελικά οι δαίμονες είχαν περπατήσει στον πλανήτη;
Θα μπορούσε να βρει και δεκάδες άλλα, σ’ όλους τους λαούς, μα δε θα πρόσθεταν τίποτα καινούργιο σ’ αυτά τα τρία συνοψιζόταν πλήρως η αγωνία του ανθρώπου για τη σκοτεινή μοίρα που του είχε επιφυλάξει η έξοδός του από το βασίλειο των πιθήκων. Η ζωή είναι Γυναίκα – η τρέλα, η ανυπαρξία, ο θάνατος, η σκοτεινή μήτρα, υπάκουε επίσης σε γυναικείο αρχέτυπο. Τι εφιάλτης!…
Μα με τα επόμενα τρία πρόσωπα ο άνθρωπος έμπαινε στην ιστορική του εποχή, όπου η μητριαρχία δεν υπάρχει.
Το τέταρτο θα ήταν το πρόσωπο του ιεροεξεταστή, που απειλεί τον αιρετικό ή τη μάγισσα με αποτρόπαια βασανιστήρια και τελικά με τη φωτιά, παίρνοντας εκδίκηση απ’ όλες τις Λιλίθ που είχαν απομείνει ως κατάλοιπα στη φαντασία του ανθρώπινο αλλά απάνθρωπο, σκληρό, απόλυτο, εκπρόσωπος μιας αβάσταχτης δυναστικής δικαιοσύνης, καθρεφτίζει τη φωτιά της κόλασης, τον απίστευτο τόπο των φρικτών τιμωριών, των ετοιμασμένων από τους αγγέλους για να υποβάλλονται αιώνια οι αμαρτωλοί, στους οποίους δεν καταριθμεί τον εαυτό του.
Το πέμπτο πρόσωπο, χυδαία γελαστό, θα ήταν το πρόσωπο του χθαμαλού βασανιστή, που ετοιμάζεται να γλεντήσει τη μεθοδική υποβολή του θύματός του σε ανατριχιαστικά βασανιστήρια, που θα διαρκέσουν πολλές ώρες ή μέρες! Σκοπός του είναι να προκαλέσει όχι μόνο πόνο (αβάσταχτο και αδιάλειπτο, πέρα από κάθε εφιάλτη) αλλά και τρόμο, από τον οποίο τρέφεται γεύεται το τρομαγμένο βλέμμα του θύματός του –άντρα ή γυναίκας, ασχημάτιστου αγοριού ή κοριτσιού– και απολαμβάνει μέχρι εκσπερμάτωσης τα ουρλιαχτά και τα τραντάγματα του ακινητοποιημένου με αλυσίδες και λουριά κορμιού του, που αποδομείται σταδιακά, κι όσο το διαμελίζει τόσο εκείνος χαίρεται! Είναι στον παράδεισό του, χοροπηδάει από ευχαρίστηση, μεθάει από ηδονή, καθώς βυθίζει αργά και μεθοδικά τον αδελφό ή την αδελφή του στην κόλαση.
Ζαλίστηκε στην ιδέα έπιασε το κεφάλι του, το τίναξε για να φύγει η φαντασίωση της αποδόμησης ενός ανυπεράσπιστου ανθρώπινου θύματος αλυσοδεμένου σ’ έναν τροχό ή σ’ ένα τραπέζι. Τι δεν έχει κάνει ο άνθρωπος στον άλλο άνθρωπο –Θεέ μου! Ήπιε τσάι.
“Αυτά τα πέντε πρόσωπα του φόβου είναι στην πραγματικότητα ένα πρόσωπο”, σκέφτηκε. “Οι πολλές μορφές του είναι όλες ίδιες ο άνθρωπος τεμαχίζει τον άνθρωπο, ζωντανό, ενώ το θύμα ουρλιάζει και το αίμα χύνεται από παντού σαν πίδακας, είτε για να προσφέρει τα κομμάτια του στο αχόρταγο στόμα του θεοποιημένου σκοταδιού, είτε για ν’ απαλλάξει το Θεό από την παρουσία των κακών, όπως τολμά να πιστεύει μέσα στην παραφροσύνη του (μπορεί να προσεύχεται κιόλας δίπλα στο θύμα του, που καίγεται αργά αλειμμένο με παχύ στρώμα λίπους, για να ομολογήσει την υποτιθέμενη σύμπραξή του ή την ερωτική του συνεύρεση με τις δυνάμεις του σκότους), είτε για να φτυαρίσει στη δική του ψυχή τόνους κακίας, που διογκώνουν μέσα του τη φωτιά που θα τον κάψει”. Έτριψε το σαγόνι του. “Αλλά υπάρχουν κι άλλα δυο πρόσωπα, που ξεπηδάνε κι αυτά από την ίδια ρίζα, τα έγκατα του ανθρώπου”.
Το έκτο πρόσωπο θα ήταν το πρόσωπο της φτώχειας. Ένας άνθρωπος τουμπανιασμένος από ασιτία, στα πρόθυρα του θανάτου. Σε τριτοκοσμική χώρα ή στη βαθύπλουτη και αποχαυνωμένη από την πολυφαγία πατρίδα μας με τα χρυσά δόντια; Μικρή σημασία οι ένοχοι είμαστε ίδιοι –είμαστε οι ίδιοι. Η μορφή του θα είναι αρκετή για να καταλάβεις τι του συμβαίνει σε ποιο χαλύβδινο σταυρό τον έχει σταυρώσει η απληστία η δική σου, αγαπητέ θεατή μου –η δική σου, αγαπητέ ζωγράφε μου! Η δική μου.
Τέλος, το έβδομο πρόσωπο θα ήταν το πιο δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να το πετύχει. Ίσως και να το παλεύει χρόνια χωρίς να καταφέρει να το τελειώσει. Το πιο απόλυτο, το πιο σύγχρονο, το πιο αρχέγονο, το πιο αποφατικό, το πιο απτό, το πιο ανύπαρκτο, το πιο υπαρκτό, το πιο άσπλαχνο, το πιο ανίκητο, το πιο ζεστό, το πιο ψυχρό, το πιο γοητευτικό, το πιο τρομαχτικό το σκοτάδι.

15
Ιαν.
09

απόσπασμα 3ο

Η Χουλιάνα τους γύρισε την πλάτη και περπάτησε μέσα στο παρεκκλήσι. Υπήρχαν εικόνες με επεισόδια από τα ευαγγέλια, κι άλλες από τις απόκρυφες Πράξεις Ανδρέου που έφταναν τη διήγησή τους ώς το μαρτύριο. Προχώρησε στο βάθος και στάθηκε μπροστά στην τοιχογραφία που έδειχνε τη σταύρωση του αγίου Ανδρέα. Μια ανταύγεια τη φώτιζε από το παράθυρο, καθώς ξεψυχούσε το φως της μέρας.
Κοίταξε την εικόνα. Ο άγιος ήταν καρφωμένος ανάποδα σ’ ένα σταυρό από δυο κορμούς δέντρων που είχε σχήμα Χ. Το κορμί του ήταν απίστευτα τεντωμένο, όσο μπορεί να τεντωθεί ανθρώπινο σώμα χωρίς να σπάσει, και κρατιόταν πάνω στο σταυρό με τέσσερα μεγάλα καρφιά, μπηγμένα στους καρπούς των χεριών και στο κέντρο των πελμάτων. Έτρεχαν αίματα όχι πάρα πολλά, γιατί τα καρφιά σφράγιζαν την πληγή ο σταυρωμένος πεθαίνει από ασφυξία, καθώς από το τέντωμα και την προσπάθεια ν’ ανασάνει σπάνε οι κυψέλες των πνευμόνων –μπορεί να κρατήσει ζωντανός πάνω στο σταυρό για μέρες. Η Χουλιάνα φούσκωσε τα χείλη. Τι απαίσιος θάνατος!…
Τα πόδια του αγίου ήταν εμφανώς σπασμένα στους αστραγάλους, για να τεντωθούν πάνω στους κορμούς μια ακόμα φρίκη. Γύρω γύρω η εικόνα ήταν γεμάτη από σταυρωμένους, πιο μικρούς, καθώς βρίσκονταν σε δεύτερο πλάνο, που θαμποφαίνονταν κι όσο πήγαινες προς το βάθος γίνονταν και πιο μικροί, μέχρι που οι τελευταίοι είχαν μετατραπεί σε κουκίδες σε μακρινούς λόφους, καφεπράσινους. Υπήρχαν και γυναίκες και γέροι και μικρά παιδιά –Θεέ μου– σταυρωμένοι άλλοι όρθιοι, άλλοι με το κεφάλι κάτω, άλλοι σε κανονικό σταυρό, άλλοι σε Χ, άλλοι σε Τ, άλλοι σε όρθιο κορμό χωρίς καθόλου οριζόντιο δοκάρι εκατόμβη! Στο βάθος φαινόταν ένα άλσος με μια αρχαία ελληνική πόλη, που η Χουλιάνα δεν ήξερε ότι ήταν η Πάτρα. Ο ουρανός ήταν μολυβένιος, αλλά από τα σύννεφα έβγαινε μια αμυδρή ανταύγεια κι αχνοφαίνονταν να αιωρούνται λουλουδένια στεφάνια η έμφαση όμως δεν ήταν στα στεφάνια, αλλά στο μαρτύριο αν δεν ήσουν πολύ προσεχτικός, δε θα τά ’βλεπες.
Εκείνο όμως που της έκανε εντύπωση ήταν το πρόσωπο του αγίου, που ήταν πιο φωτεινό από το υπόλοιπο έργο. Χωρίς να το αρπάζεις με την πρώτη ματιά, αν το κοιτούσες με προσοχή παρατηρούσες πως ήταν το πιο φωτεινό σημείο του πίνακα. Και η έκφρασή του ήταν τραγική, ο πόνος ήταν αποτυπωμένος σα σφραγίδα σε κάθε του ίνα, όμως τα χείλη του, γυρισμένα προς τα κάτω, χαμογελούσαν. Ο άγιος πονούσε, αλλά χαιρόταν.
Τα μάτια της Χουλιάνας μαγνητίστηκαν από τα στρογγυλά γαλάζια μάτια του αγίου. Ξαφνικά άρχισε να συλλογιέται τη ζωή της τα παιδικά της χρόνια, γεμάτα βουρδουλιές και σεξουαλική κακοποίηση μιαν εφηβεία ιδρυματική, με δυο απόπειρες αυτοκτονίας μια ωριμότητα κλειδωμένη σαν το καρύδι, γεμάτη τραύματα, κρατημένη σφιχτά μέσα στο φόβο της αγάπης και την ελευθερία της μοναξιάς. Ένιωσε σταυρωμένη ανάποδα μαζί με τον άγιο τούτο, το γενναίο. Από τα μάτια της ανάβλυσαν δάκρυα και ξεχύθηκαν στα μάγουλά της σιωπηλά, χωρίς τραντάγματα, άρχισε να κλαίει.

15
Ιαν.
09

απόσπασμα 2ο

Ο γιατρός Μαν σηκώθηκε από το κρεβάτι οργισμένος. Δε μπορούσε να κοιμηθεί. Φόρεσε τη ρόμπα του για να προστατευτεί από το κρύο χωρίς ν’ ανάψει το κλιματιστικό δε σκόπευε να το ξενυχτίσει.
Η Ελλάδα μέσα του βογκούσε απογοητευμένη κυρίως από τις απρέπειες των ρασοφόρων. Είχε νιώσει γερά στο πετσί του τη βρομιά τους, είχε εμπιστευτεί τα κυκλώματά τους κι είχε γευτεί τα ραπίσματα της διαφθοράς που κρυβόταν κάτω από τα φαρισαϊκά τους χαμόγελα.
Ούτε ένας, ούτε ένας δεν είναι καθαρός! Ούτε ένας δεν είναι άγιος, ούτε ένας δε δικαιώνει τα λόγια Εκείνου που υποτίθεται ότι πιστεύουν! Κι αν υπάρχει κανείς λιγότερο άτιμος, λιγότερο καιροσκόπος, λιγότερο έκφυλος, γίνεται συνένοχος σιωπώντας ταπεινά και δειλά, σκύβοντας τη μέση του με υπακοή και ταπείνωση, εκεί που Εκείνος, ο Άξιος, ο αληθινά Άγιος, ο μόνος Άγιος, θ’ άρπαζε φραγγέλιο!
Άνοιξε τον υπολογιστή κι ώσπου να πάρει μπρος έβαλε ένα κονιάκ με πάγο και κάθισε. Μπήκε στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Αριστοτελείου, και βρήκε την ηλεκτρονική διεύθυνση της κας Μπάλαν.
Δίστασε λίγο. Μετά θυμήθηκε πως έχει χρέος, ως άνθρωπος, αν έχει απομείνει κόπρος του Αυγεία, να την καθαρίσει! Ήπιε μονορούφι το κονιάκ του κι έγραψε:

Αγαπητή Κυρία,
Είμαι συνεργάτης του Πολ Σάυκλοπς, ένας από κείνους που σας υπέβαλαν το ερώτημα για τα απόκρυφα ευαγγέλια. Λάβαμε την απάντησή σας και τη διαβάσαμε με προσοχή. Σας ευχαριστούμε για το χρόνο σας. Είναι μια εμπεριστατωμένη απάντηση ενός ανθρώπου ιδιαίτερα καταρτισμένου.
Παρόλα αυτά, είναι μια απάντηση εκ πεποιθήσεως. Και λόγω των δικών μου πεποιθήσεων, μου γεννήθηκαν μερικές απορίες. Δεδομένου ότι, στην κατακλείδα σας, τίθεστε στη διάθεσή μας για περαιτέρω συζήτηση, και παρά τα δυσάρεστα γεγονότα, με τα οποία σας επιφόρτισε τούτος ο καιρός, παίρνω το θάρρος να σας ενοχλήσω. Ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό θα χαιρόμουν αν ήταν δυνατόν να το θεωρήσετε παραφορά ενός ανθρώπου ερωτευμένου με την αναζήτηση της αλήθειας…
Στο κείμενό σας επικαλείστε τον Παύλο και τους ιουδαιοχριστιανούς. Για τους τελευταίους εκφράζετε κρίση άλλους θεωρείτε αξιόπιστους και άλλους όχι. Η αξιοπιστία του Παύλου όμως πόσο υψηλή και ισχυρή μπορεί να είναι;
Δεν είναι ένας άνθρωπος που σφετερίστηκε το ρόλο του μαθητή Εκείνου που υποτίθεται ότι αγαπούσε; Έγινε αυτοδίκαια απόστολος με το κόλπο (επιστρέψτε μου την πιο ρεαλιστική ερμηνεία) της Δαμασκού, ενώ πριν καταδίωκε την Εκκλησία. Και κατόπιν μετέτρεψε το χριστιανικό μήνυμα σε θρησκεία του Χριστού-Θεού, μεταποιώντας το τόσο, που κάποιοι σήμερα να μιλούν για παυλιανισμό αντί για χριστιανισμό.
Όσο για το ηθικό του σύστημα, που ήταν τόσο σκληρό, ώστε δίνει οδηγίες στους ανθρώπους για κάθε πτυχή της ζωής τους (αυστηρά συγκροτημένο σύστημα ενός ευφυούς ανθρώπου, στο έπακρο οργανωτικού), τι περιέχει; Κάθετη υποτίμηση της γυναίκας και του δούλου (“κι αν μπορείς να γίνεις ελεύθερος, μην το κάνεις”, λέει κάπου), που ούτε η μεγαλόστομη διακήρυξη “δεν υπάρχει πια αρσενικό και θηλυκό, δούλος ή ελεύθερος” κ.λ.π. μπορεί να αναιρέσει αναγωγή της πίστης σε ηθική δεοντολογία με λεπτομερείς κανόνες. Μήπως τελικά η ανθρωπότητα έπεσε θύμα ενός Ιουδαίου με σκοτεινά κίνητρα;
Λέω Ιουδαίου. Υπάρχει και μια άλλη άποψη ότι ο Παύλος ενέργησε υποκινημένος από το Μεγάλο Ιουδαϊκό Συνέδριο, για να αλλοτριώσει την απλή ιουδαϊκή αίρεση του χριστιανισμού και να τη χρησιμοποιήσει ως όχημα, για να διοχετεύσει το ιουδαϊκό πνεύμα στην ανθρωπότητα, εξοβελίζοντας βίαια το ελληνικό –η τυφλή υποταγή σ’ έναν Θεό αυθέντη έναντι της φιλοσοφικής ανησυχίας, αμφισβήτησης και έρευνας. Πιο πέρα: ο μισαλλόδοξος μονοθεϊσμός έναντι του πλουραλιστικού και ελεύθερου πολυθεϊσμού που ανέχεται τα πάντα και τα περιλαμβάνει στους κόλπους του για χάρη του ανθρώπου, ο φόβος της κόλασης έναντι της χαράς της παγανιστικής φυσικής λατρείας…
Η ιστορία του χριστιανισμού, όπως ξέρετε, είναι γραμμένη με αίμα –ακόμα και οι Πατέρες που επικαλείστε, έπαιξαν το σκοτεινό εξουσιαστικό τους ρόλο δίπλα σε εμπαθείς αυτοκράτορες, όπως ο Κωνσταντίνος, ο Ιουστινιανός ή η Ειρήνη η Αθηναία (δεν τύφλωσε αυτή η “αγία” το γιο της, για να τον εξουδετερώσει ως αντίζηλο του θρόνου της;). Ο “άγιος” Κύριλλος Αλεξανδρείας δεν ενέχεται στη δολοφονία της φιλοσόφου Υπατίας; Χριστιανικό χέρι δε δολοφόνησε τον Ιουλιανό, τον τελευταίο του αρχαίου κόσμου, και μάλιστα εν μέσω κρίσιμης μάχης με τους Πέρσες; Ο Ιουστινιανός δεν έκλεισε τη φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών και ο “μέγας” Θεοδόσιος δεν κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το απάνθισμα του κάλλους και του αθλητικού πνεύματος; Ο Αθανάσιος δεν έγραψε “Κατά Ελλήνων” και ο Χρυσόστομος δεν παγίδευσε τους αφελείς πιστούς του στο ίδιο σκληρό κανονιστικό πλαίσιο με τον Παύλο;
Συχωρέστε με που πιθανόν σας πικραίνω, αλλά, ειλικρινά, βασανίζομαι από την επιμονή του χριστιανισμού να παίζει ρόλο στην απομυθοποιημένη πλέον ιστορία της ανθρωπότητας που προσπαθεί, αποτινάζοντας τη δυναστική κυριαρχία του, να ορθοποδήσει.
Κλείνω, ενώ ήδη σας έχω απασχολήσει ανεπίτρεπτα, με τους Εσσαίους. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιησούς (ξαδέρφια, δηλαδή προφανώς προσυνεννοημένοι στο “μεσσιανικό” σχέδιο) δεν ανδρώθηκαν στους κόλπους της εσσαϊκής κοινότητας; Το λεγόμενο κατά Ιωάννην δεν απηχεί εσσαϊκή ιδεολογία; Τα χειρόγραφα του Κουμράν (που τα έκρυψαν οι πονηροί καλόγεροι, όπως κατέστρεψαν άπειρα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα για να γράφουν φαντασιόπληκτα συναξάρια) δεν αποδεικνύουν αυτή τη σχέση;
Αυτά είναι τα ζητήματα που με απασχολούν. Αν βρείτε χρόνο ν’ ασχοληθείτε με τη μανία ενός τρελού, σας παρακαλώ…

Διέγραψε τις τελευταίες δύο λέξεις.

…θα σας ήμουν υπόχρεος αν με κατατοπίσετε. Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων και σας συλλυπούμαι βαθύτατα για το οικογενειακό σας δράμα.
Με τιμή
Μαν Κάλλερτζ.

Ακολουθούσαν μια σειρά επιστημονικοί τίτλοι, που τους παρέθετε σα σημαίες, χωρίς εγωισμό αλλά με ανομολόγητη αγωνία, για να επισύρει την προσοχή της. Σκέφτηκε να την πληροφορήσει, σε υστερόγραφο, ότι έχει διαβάσει το Βίο του Ιησού και τον Παύλο του Ρενάν, τη Γενεαλογία της Ηθικής και τον Αντίχριστο του Νίτσε, καθώς και τα Ιησούς – το θανάσιμο μυστικό των Ναϊτών, Ο απόστολος Παύλος και η μυστική ζωή του, Ο Γολγοθάς και τα βαριά μυστικά του, του Robert Ambelain, το Μωυσή, τους Προφήτες και το Ιουδαϊσμός: πρόδρομος του χριστιανισμού του Adolph Lods και Τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας του Μ. Burrows, και ότι έχει αναπαυτεί η ψυχή του με την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη και τον Τελευταίο Πειρασμό του Καζαντζάκη (οι δυο αφορισμένοι Έλληνες λογοτέχνες), που ήταν και συμπατριώτης του, από το διπλανό νομό.
Δεν το έκανε. «Λάθε βιώσας» μουρμούρισε επικούρεια επέλεξε όλους τους τίτλους του και πάτησε delete, για να τους αντικαταστήσει με μια μόνο λέξη: πυρρωνιστής.

15
Ιαν.
09

απόσπασμα 1ο

Έφυγε. «Ο Τζόζεφ έφυγε!».
Αυτό φυσικά ήταν αναμενόμενο, αλλά όχι τόσο σύντομα, όχι πριν την καύση και, επιπλέον, από πού έφυγε; Δεν υπήρχε άλλη πρόσβαση στον πρώτο όροφο απ’ αυτήν που επέβλεπαν οι επισκέπτες.
Το ξαναλέω: η φυγή του ήταν η μόνη πιθανή εξέλιξη, αλλά πίστευαν ότι θα ήταν τόσο βλάκας, ώστε να παραμείνει μέχρι την τελετή καύσεως –για ποιο λόγο; για να μην εισπράξει άλλη μια κατηγορία από την αδερφή του, φυσικά, κι έτσι να βρουν την ευκαιρία τα τσακάλια της Εταιρίας, ακριβώς κατά τη διάρκεια της τελετής, να τον γραπώσουν!
“Γιατί να μείνω; Έτσι κι αλλιώς, ο Γέρος δε θα με δει, χους ει και εις χουν απελεύση. Αναπαυθήτω η ψυχούλα του στα συννεφάκια του ουρανού, αν υπάρχει”.
Από κρυφή έξοδο, ο Τζόζεφ Κόνορ διέφυγε και, περνώντας το γρασίδι, βρέθηκε στο γκαράζ, όχι στο γκαράζ των αυτοκινήτων, αλλά στο δικό του προσωπικό γκαράζ, όπου αναπαυόταν η μηχανή του, η πανίσχυρη Saab 1800 με το χρώμα της θυμωμένης θάλασσας. “Asta la vista, cowboys!”.

Πού θα πήγαινε όμως; Υπήρχε ένα κορίτσι σ’ ένα μπαρ, μια χυμώδης μελαχρινή Βραζιλιάνα δεκαεννιά χρονών, με την οποία κοιμόταν κάπου κάπου, όμως δεν ήταν η κατάλληλη, αντίθετα, ήταν η κατάλληλη για να τη βασανίσουν και να της αποσπάσουν την πληροφορία της θέσης του, διασκεδάζοντας ανώμαλα και αδίστακτα για μερικές ώρες!
Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο.
“Μίτε μου, έλα!” σκέφτηκε στρίβοντας μια λεωφόρο, καθώς η ανατολή άρχιζε να γίνεται μπλε.
Ως έμπειρος χάκερ, ο Τζόζεφ είχε σχεδιάσει ένα δικό του δίκτυο υπολογιστών, τρυπώνοντας και ανοίγοντας σήραγγες στον κυβερνοχώρο, ανεξάρτητο από το Internet. Το Τράγικ. Το είχαν ονομάσει έτσι από το τραγικό, σε αντιδιαστολή με το κόμικ, που ετυμολογείται από το κωμικό. Όλοι κι όλοι συνδεδεμένοι μ’ αυτό ήταν πέντε άνθρωποι κάτω απ’ τον ήλιο, τρεις τραγίστες, δηλαδή κομίστες, δημιουργοί κόμικς, και δύο εκδότες, αυτοί που παραλάμβαναν τη δουλειά τους και τη μετέφεραν, εκδίδοντάς την, από το Τράγικ στο διαδίκτυο.
Οι τραγίστες ήταν ο Σοφοκλής (ένας άντρας στη Νέα Υόρκη), ο Ευριπίδης (ο ίδιος ο Τζόζεφ) και η Ιοκάστη (μια κοπέλα από το Περού με το ψευδώνυμο της ηρωίδας που θεωρούσαν την πιο τραγική στο παγκόσμιο θεατρικό στερέωμα), οι δε εκδότες ήταν η Επίδαυρος και η Πέργαμος, δυο ζευγάρια από τη Νέα Γουϊνέα με τα ονόματα των δυο σημαντικότερων θεατρικών χώρων στην αρχαία Ελλάδα. Τα κόμικς που φιλοτεχνούσαν, με διάφορους τίτλους, μεμονωμένα ή σειρές, δημιουργούσαν μια δική τους μυθική ή ρεαλιστική πραγματικότητα, ρετρώ ή φουτουριστική, εμπνευσμένη από τα πάντα, παρωδίες άλλων έργων, κλασικών ή μοντέρνων, όλων των τεχνών, σοβαρές υποθέσεις παρμένες από πίνακες μεγάλων ζωγράφων ή από ποιήματα κορυφαίων ποιητών (κυρίως βέβαια καταραμένων, όπως ο Ρεμπώ, ο Μποντλαίρ, ο Πόε), ιστορίες από όνειρα ή μυθικούς κόσμους δικής τους επινόησης και κάθε είδους πινελιά που πρόσθετε το χρώμα που επιθυμούσαν στον ψηφιακό κόσμο, φανταχτερό ή μαύρο. Επίσης, παρόλο που ο καθένας είχε το προσωπικό του ύφος στο σκίτσο του, αντίγραφαν και την τεχνοτροπία όλων των ρευμάτων της ζωγραφικής, αλλά επιχειρούσαν και δικές τους παρεμβάσεις, όπως το λευκό φόντο με λευκό σκίτσο, όπου μετά βίας διέκρινες τις εικόνες. Γενικά δεν υπήρχαν περιορισμοί, ούτε συνεννόηση μεταξύ τους για το τι θα κάνουν, μια χαρούμενη παρέα, που ενθουσιαζόταν και προχωρούσε.
Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, γνώριζαν ο ένας τον άλλο από ηλεκτρονικά μηνύματα, χωρίς εικόνα. Αυτό ήθελαν, γιατί τους ενδιέφερε η τέχνη τους κι εκείνες οι πλευρές του εαυτού τους που σχετίζονταν μ’ αυτήν, όχι η ηλικία τους ή το πάχος ή το ύψος ή το χρώμα των μαλλιών και των ματιών τους. Υπέγραφαν πάντα με το ψευδώνυμό τους. Και, το κυριότερο, κανείς, εκτός απ’ τους ίδιους, δεν ήξερε για το Τράγικ.
Έτσι υπήρχε μια γωνιά στον κυβερνοχώρο για να καταφύγει ένας κυνηγημένος χάκερ αυτή τη στιγμή, να κρυφτεί προσωρινά και να καλέσει βοήθεια.
Στο κουτί των αποσκευών, στο πίσω μέρος της μηχανής του, είχε φορτώσει ένα μικρό υπολογιστή συνδεμένο με μπαταρία, κλειδωμένο σ’ ένα μαύρο εφαρμοστό κουτί, σαν κιβωτό της διαθήκης, ήταν ο server του Τράγικ, που δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια τους. Δεν είχε πάρει άλλες αποσκευές, εσώρουχα θ’ αγοράσουμε στο δρόμο.
Ήταν αλήθεια όμως ότι κανείς, έξω απ’ τους ίδιους, δεν ήξερε για το Τράγικ; Ποτέ κανείς δεν είχε πει καθαρά και ξάστερα ότι το Τράγικ είναι μυστικό, κανείς δεν είχε σκεφτεί σοβαρά ότι θα το χρησιμοποιούσε για να ξεφύγει, ήταν ένα παιχνίδι αυτονόμησης από τα βλέμματα των πολυεθνικών, ένα ζευγάρι ικάρια φτερά, όπως όλα τους τα παιχνίδια. Πώς μπορούσε να είναι σίγουρος ότι δεν είχαν μιλήσει, έστω ένας απ’ αυτούς ή ένας από τους εκδότες, μεθυσμένος, κοιμισμένος ή αμέσως μετά την ερωτική πράξη, σε κάποιον ή κάποια που τους είχε προδώσει; Το Τράγικ ήταν καθαρό από παρακολούθηση ή γεμάτο αόρατα μάτια που καιροφυλακτούσαν; Ήταν κρυψώνα ή παγίδα;
Ήταν κρυψώνα.
Ο Τζόζεφ το ήξερε καλά αυτό, γιατί είχε εγκαταστήσει άυλους φύλακες κυνηγούς σε όλο το νοερό μήκος του δικτύου, που θα ενεργοποιούνταν και θα σήμαιναν συναγερμό για κάθε απόπειρα διείσδυσης έξω από τους μύστες. Και τέτοια απόπειρα δεν είχε γίνει. Αυτό το σύστημα φυσικά το είχαν όλοι, γιατί μεταξύ τους υπήρχε το σιωπηλό ρίσκο της εμπιστοσύνης. Αν δεν εμπιστεύεσαι το φίλο σου, μην τον κάνεις παρέα, αυτό πίστευαν.
Έτσι, ο Τζόζεφ άραξε τη μηχανή του σ’ ένα café, στην άκρη κάποιου αγροτικού δρόμου πολλά χιλιόμετρα νότια του Ρίο Μπράνκο, ανάμεσα σε ρακούν, αρμανδίλλους, μυρμηγκοφάγους και αγριόχοιρους πέκαρι, παράγγειλε ένα μυρωδάτο τσάι από τροπικά φύλλα και, με έναν υπολογιστή παλάμης σε σχήμα μικρού παιδικού κρανίου (το αγαπημένο του, στα χωρατά), έστειλε ένα ηλεκτρονικό sos στην πιο κοντινή.
Η Ιοκάστη το παρέλαβε σε ένα δευτερόλεπτο, και του απάντησε με το γνώριμο παιδικό της ύφος να περάσει τα σύνορα με το Περού και να ταξιδέψει για το Ικίτος.
“Κυνηγημένος απ’ τον άνεμο” σκέφτηκε ο Τζόζεφ, “επιτέλους, ζω!”.
Έστειλε το βλέμμα του να πλανηθεί από το ανοιχτό παράθυρο σε μια έκταση γεμάτη πυκνή βλάστηση και αθέατα ζώα, κρυμμένα με τεχνικές αιώνων στα αιωνόβια δέντρα.
“Η βαρβακίνα της Τζαμάικα” σκέφτηκε, “το αρπαχτικό με την κόκκινη ουρά που ζει στους πυλώνες του ηλεκτρικού ρεύματος, μπορεί, τις ημέρες με καθαρή ατμόσφαιρα, να διακρίνει ένα κουνέλι ακόμα και σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου”. Χαμογέλασε. “Η σαύρα eumeces egregius έχει στο βλέφαρό της ένα μικρό παράθυρο, κι έτσι μπορεί να βλέπει ακόμα και με τα μάτια κλειστά”. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι του. “Το κεφάλι μου είναι γεμάτο γνώσεις, έτοιμο να σπάσει σα ρόιδο, αλλά καμιά τους δε μπορεί να με βοηθήσει να τη γλιτώσω. Ξέρω την ιστορία όλων των πολεμικών τεχνών, έχω επινοήσει ήρωες μυημένους τέλεια στις τεχνικές τους, κι όμως δεν ξέρω να παλεύω…”.
Ζήτησε ένα κεράκι απ’ το κορίτσι του café. Ήταν η ώρα που θα έκαιγαν το σώμα του Γέρου. Του έδωσε ένα λευκό κερί, σε σχήμα νούφαρου. Χαμογέλασε.
“Αγαπημένε μου, δε θα σε ντροπιάσω”, σκέφτηκε ανάβοντάς το μέσα σ’ ένα ποτήρι του νερού, “σ’ ευχαριστώ που μού ’δειξες, έστω και την τελευταία στιγμή, ότι ήταν σπουδαίο που ήσουν πατέρας μου”.