15
Ιαν.
09

Αγάπη, ελευθερία και δουλεία στον απόστολο Παύλο

Απόσπασμα (με προσθήκες) από το βιβλίο του Θεόδωρου Ρηγινιώτη
«Εναντίον του Θεού», εκδ. Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006.

Ολίγα για το χαρακτήρα του αποστόλου Παύλου

Πριν από χρόνια, ένας φίλος μού είχε πει ότι ο απόστολος Παύλος ήταν πολύ καλός μάνατζερ. Εγώ πικράθηκα και θύμωσα μαζί του. Μου εξήγησε ότι δεν το είπε για κακό, αλλά γιατί πίστευε ότι ο Παύλος είχε προωθήσει το χριστιανισμό και οργανώσει τις τοπικές Εκκλησίες με τη μεθοδικότητα και το πνεύμα ενός ικανού σύγχρονου μάνατζερ, που αναλαμβάνει τη διαφήμιση μιας ιδέας ή την οργάνωση και τη διοίκηση μιας μεγάλης επιχείρησης.

Σήμερα, μετά από απείρως περισσότερη μελέτη και σκέψη, μπορώ να πω ότι επιμένω στην άποψη που είχα τότε: ο Παύλος δεν ήταν μάνατζερ. Δεν ήταν ο οργανωτικός νους που ρύθμιζε τη διοίκηση των χριστιανικών κοινοτήτων που ίδρυε κατά τόπους, που οργάνωνε τη λατρεία τους και καθόριζε με κάποιους ηθικούς κανόνες τη ζωή των μελών τους… Το αντίθετο: ήταν ένας αυθόρμητος άντρας, άσχετος από διοικητικά, που λειτουργούσε μόνο με τη φλόγα της ψυχής του, έκανε ό,τι νόμιζε σωστό την κάθε στιγμή, εμπιστευόταν τους πάντες, γι’ αυτό και δε σκεφτόταν τις πολύπλοκες συνέπειες που μπορεί να είχαν οι αυθόρμητες και ειλικρινείς ενέργειές του, μπερδευόταν, θύμωνε όταν έβλεπε αδικίες και διαμάχες (τις οποίες δεν άντεχε), πανηγύριζε όταν χαιρόταν, κοκκίνιζε όταν τον πρόσβαλλαν και αγαπούσε –αγαπούσε, αγαπούσε, αγαπούσε! Τον κατηγορούσαν ότι ήταν “κατά πρόσωπον ταπεινός” (ντροπαλός και δειλός) και διαμαρτύρεται γι’ αυτό στη Β΄ Κορινθ. 10, 1.

Κάθε άλλη ψυχογραφία του Παύλου, κατά τη γνώμη μου, προέρχεται από ανθρώπους που δεν έχουν διαβάσει τα κείμενά του ή τα διάβασαν προκατειλημμένοι και τα ερμήνευσαν επιπόλαια.

Μπορώ να παραθέσω πλείστα όσα αποσπάσματα από τις επιστολές του Παύλου που τεκμηριώνουν τα παραπάνω, ενώ δε γνωρίζω ούτε ένα που να τα αναιρεί. Βέβαια, όλα τα κείμενα μπορούν να διαβαστούν με διαφορετικό πνεύμα, ανάλογα με τις προϋποθέσεις και τις απόψεις που έχει ήδη προκαταβολικά ο αναγνώστης. Η διαφορά είναι ότι, εμένα, τα ίδια τα κείμενα μου λένε ότι ο Παύλος ήταν αθώος, ενώ κάποιος που ξεκινά με την προϋπόθεση ότι ήταν πονηρός, πρέπει να δεχτεί αυθαίρετα ότι τα κείμενα του Παύλου είναι υποκριτικά, αλλιώς δε μπορεί να τεκμηριώσει την άποψή του.

Και μόνο η ύπαρξη των επιστολών αποδεικνύει ότι ο Παύλος δεν είχε στο νου του ένα συγκεκριμένο σύστημα ηθικής, που το δίδασκε ή το επέβαλλε στα μέλη των Εκκλησιών που ίδρυε. Κήρυττε απλά τη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού, βάφτιζε (ο ίδιος ή οι συνεργάτες του) όποιον αποδεχόταν το μήνυμά του, πιθανόν χειροτονούσε κάποιον επίσκοπο, όπως τον Τίτο στην Κρήτη και τον Τιμόθεο στην Έφεσο, και μετά πήγαινε παρακάτω, όπου θεωρούσε ότι τον οδηγεί ο Θεός. Γι’ αυτό χρειαζόταν αργότερα να στείλει τις επιστολές και να αναλύσει τις θεολογικές του απόψεις (π.χ. για τη σχέση μωσαϊκού νόμου και χριστιανισμού, τη συμπαντική διάσταση του προσώπου και του έργου του Χριστού ως συνδημιουργού του κόσμου ή ως δεύτερου Αδάμ κ.λ.π.), ν’ απαντήσει σε ερωτήματα των χριστιανών για ζητήματα ηθικής ή να προβεί σε παρεμβάσεις όπου παρουσιάζονταν προβλήματα.

Τι είδους προβλήματα; Κατ’ αρχάς, διχόνοιες και σχηματισμός παρατάξεων, όπως στην Κόρινθο, ηθικά έκτροπα, διείσδυση γνωστικών διδασκαλιών με λατρεία των αγγέλων, των άστρων κ.τ.τ. (π.χ. προς Κολοσσαείς, κεφ. 2, Α΄ προς Τιμόθεον, κεφ. 1, κ.α.), ιδιαίτερα προβλήματα, όπως η εμμονή των χριστιανών της Θεσσαλονίκης με τη δευτέρα παρουσία (γι’ αυτό το λόγο αναπτύσσει θεολογία της δευτέρας παρουσίας στη Β΄ προς Θεσσαλονικείς, ενώ πριν δε σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο), αλλά και φανατικοί ιουδαιοχριστιανοί που τον συκοφαντούσαν ως ψευδαπόστολο για να επιβάλουν το μωσαϊκό νόμο στους μη ιουδαίους χριστιανούς.

Ο Παύλος εμπιστευόταν τόσο τους ανθρώπους όσο και την καρδιά του, που ήταν το πηδάλιό του στα ταξίδια του, αλλιώς θα είχε φροντίσει να κατηχήσει σ’ όλα αυτά τους πιστούς του όταν ήταν εκεί. Πουθενά όμως δεν επικαλείται τέτοιες κατηχήσεις –γι’ αυτό και χρειάζεται τις επιστολές.

Ο θυελλώδης αυθορμητισμός του Παύλου (άλλη μια μαρτυρία για την ειλικρίνειά του) φαίνεται και σε σημεία όπου λυπάται ή θυμώνει μ’ εκείνους που διαστρεβλώνουν το χριστιανικό μήνυμα και, για να στηρίξουν τη διδασκαλία τους, τον συκοφαντούν ότι δεν είναι κανονικός απόστολος και ότι διδάσκει εσφαλμένη θεολογία. Ενώ ο ίδιος θεωρεί ότι είναι “ο ελάχιστος των αποστόλων”, ένα “έκτρωμα” (γι’ αυτό είδε τον αναστημένο Χριστό τελευταίος “από πεντακόσιους και περισσότερους αδελφούς”), που “δεν του αξίζει καν να ονομάζεται απόστολος, γιατί αρχικά καταδίωξε την Εκκλησία του Θεού” (Α΄ Κορ. 15, 5-9), όμως επιμένει ότι η χάρη του Θεού τον οδήγησε και κοπίασε περισσότερο απ’ όλους (“όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου”) κι έτσι, είτε οι άλλοι απόστολοι είτε αυτός, κηρύττουν και πιστεύουν τα ίδια πράγματα.

Σε σημεία όπως τα κεφάλαια 10 και 11 της Β΄ προς Κορινθίους, ο Παύλος, με αγανάκτηση σχεδόν μέχρι δακρύων, δεν προσπαθεί πια να πείσει αλλά διακηρύσσει ότι είναι απόστολος και ότι εκείνοι που διαστρεβλώνουν το κήρυγμά του, που “κηρύσσουν έναν άλλο Ιησού και δίνουν ένα άλλο πνεύμα” (όχι το Άγιο Πνεύμα), είναι ψεύτες και υποκριτές. Πρόκειται για τους ιουδαιοχριστιανούς που διαφώνησαν με την αποστολική σύνοδο (με την οποία, κατ’ ουσίαν, έκλεισε ο ιουδαϊσμός) και άρχισαν να γυρίζουν εκεί όπου κήρυττε ο Παύλος και να προσπαθούν να επιβάλουν στους χριστιανούς την περιτομή και το μωσαϊκό νόμο ως απαραίτητα για τη σωτηρία (αυτό είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζει ο Παύλος και στην προς Ρωμαίους, την προς Γαλάτας και αλλού, θεμελιώδες για τη θεολογία μας και για τη σχέση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, δηλαδή παλαιού και νέου κόσμου, παλαιών θυσιών και αναίμακτης θυσίας της θείας Μετάληψης, παλαιών θρησκειών και χριστιανισμού κ.τ.λ.).

Στην προς Γαλάτας είναι πλέον εκτός εαυτού, προφανώς γιατί η δολιοφθορά έχει προχωρήσει σε βάθος και έχει επηρεάσει τους χριστιανούς. “Ακόμα κι αν εμείς οι ίδιοι ή και άγγελος εξ ουρανού σας διδάσκει άλλο ευαγγέλιο απ’ αυτό που σας διδάξαμε την πρώτη φορά, ας είναι ανάθεμα! Τι νομίζετε; Ότι επιδιώκω μ’ αυτά που κάνω ν’ αρέσω στους ανθρώπους; Όχι, γιατί τότε δε θά ’μουν δούλος του Χριστού”. Και συνεχίζει πιο ήρεμα, αφηγούμενος την ιστορία του, τη μετάνοιά του, την πρώτη του συνάντηση με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο “τον αδελφόν του Κυρίου”, τη συνεργασία του με το Βαρνάβα και τελικά την άνοδό του στα Ιεροσόλυμα, μόλις δεκατέσσερα χρόνια μετά, όπου ζήτησε και πήρε έγκριση με θερμή χειραψία από τους αποστόλους εκθέτοντάς τους τη χριστιανική διδασκαλία που κήρυττε, για να είναι βέβαιος ότι δεν κοπιάζει μάταια και μακριά απ’ την αλήθεια. Τότε έγινε και η αποστολική σύνοδος.

Καιρό αργότερα, επέπληξε έντονα τον Πέτρο στην Αντιόχεια, γιατί εκείνος, διστάζοντας να έρθει σε ρήξη με τους ιουδαιοχριστιανούς, έπαψε να τρώει σε κοινά δείπνα με τους εθνικούς, πράγμα που για τους χριστιανούς ήταν επιτρεπτό, αλλά οι φανατικοί ιουδαιοχριστιανοί το απαγόρευαν. Στο σημείο αυτό (Γαλάτας, 2, 11-14) δεν αναφέρει αντίδραση του Πέτρου σ’ αυτή την επίπληξη. Έχω τη γνώμη ότι ο Πέτρος, εξίσου θυελλώδης, αλλά αγνός και ειλικρινής (και καθόλου ηγετικός – ακριβώς όπως τον βλέπουμε και στα ευαγγέλια) και σύμφωνος με τον Παύλο στην αποστολική σύνοδο (Πράξεις, κεφ. 15), δεν αντέδρασε καθόλου, γιατί αναγνώρισε ότι ο Παύλος είχε δίκιο. Ο ίδιος ο Πέτρος άλλωστε, στη 2η Επιστολή του, μιλάει με αγάπη και σεβασμό για τον “αδελφόν Παύλον” και τα κείμενά του (Β΄ Πέτρου, 3, 15-16).

Ας έχουμε βέβαια υπόψιν ότι: α. ο Παύλος δεν επιδίωξε από μόνος του να γίνει απόστολος, αλλά, μετά τη μεταστροφή του στη Δαμασκό και την πρώτη του συνάντηση με τους αποστόλους στα Ιεροσόλυμα, γύρισε στην Ταρσό, την πατρίδα του, απ’ όπου τον ξεσήκωσε ο Βαρνάβας, ένας από τους 70 αποστόλους, και τον πήρε μαζί, ως βοηθό του, στην πρώτη ιεραποστολική τους περιοδεία, β. από τη στιγμή που ο Παύλος έγινε αρχηγός της αποστολής, λόγω της ευφράδειας, του ζήλου του και της πίστης που του έδινε τη δυνατότητα να κάνει θαύματα (συγνώμη που το γράφω αυτό, αλλά υπάρχει κι αυτό το στοιχείο –και οι απόστολοι δεν ήταν αφελείς, να πέσουν στην παγίδα ενός τρυκαδόρου), ποτέ δεν περιόδευε ούτε κήρυττε μόνος του, αλλά πάντα με φίλους και συνεργάτες, τους οποίους αναφέρουν τόσο οι Πράξεις –ο Λουκάς, συγγραφέας των Πράξεων, είναι ένας απ’ αυτούς– όσο και ο ίδιος ο Παύλος σε πάρα πολλά σημεία των επιστολών του. Δεν έχουμε λοιπόν έναν απατεώνα, αλλά μια παρέα χριστιανούς, που μεταλαμπαδεύουν το μήνυμα από την Παλαιστίνη μέχρι τη Ρώμη (στην οποία ο Παύλος πήγε πρώτη φορά ως κρατούμενος), υφιστάμενοι πείνα και δίψα, ραβδισμούς, λιθοβολισμούς, μαστιγώσεις (και φραγγέλωση), διαπομπεύσεις και τελικά το θάνατο (βλ. και Β΄ Κορ, 11, 23-33). Αυτό νομίζω ότι έχει σημασία για την ψυχογραφία του Παύλου και την προσεχτική ερμηνεία των επιστολών του.

Στην προς Ρωμαίους, όπου τα προβλήματα με τους ιουδαιοχριστιανούς συνεχίζονται, στην αρχή του κεφαλαίου 9, αφού έχει αναλύσει διεξοδικά την υπεροχή του χριστιανισμού και της Καινής Διαθήκης έναντι του ιουδαϊσμού και της Παλαιάς, τη ματαιότητα της ιουδαϊκής επιμονής στις εντολές του μωσαϊκού νόμου ως δρόμου της σωτηρίας, την υπεροχή της αγάπης και την πεποίθηση ότι λαός του Θεού πλέον είναι οι χριστιανοί όλων των εθνών και όχι οι περιχαρακωμένοι στην παλαιά θρησκευτική τους κληρονομιά Ιουδαίοι, ο Παύλος ξεσπά: “Αλήθεια λέω εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, μάρτυράς μου η συνείδησή μου εν Πνεύματι Αγίω, ότι λυπούμαι πάρα πολύ και πονώ αδιάκοπα στην καρδιά μου. Φτάνω στο σημείο να εύχομαι να χωριζόμουν εγώ από το Χριστό, αρκεί να πήγαιναν κοντά Του οι αδελφοί μου, οι ομοεθνείς κατά σάρκα!”.

Ανάλογο ξέσπασμα υπάρχει και στη Β΄ Κορ, κεφ. 11: “Ο Θεός ξέρει ότι σας αγαπώ. Αλλά πέστε με τρελό, ώστε να καυχηθώ έστω και λίγο. Ανέχεστε όποιον σας εξαπατά και σας εκμεταλλεύεται. Σα να μη μπορούσαμε κι εμείς να κάνουμε τα ίδια! Όποιος τολμά να καυχηθεί (λέω βλακεία τώρα), τολμώ κι εγώ!”. Κι αρχίζει ν’ ανασκευάζει τη σημασία των ιδιοτήτων που επικαλούνταν εκείνοι, φωνάζοντας ότι τις έχει κι αυτός: “Είναι Εβραίοι; Κι εγώ! Ισραηλίτες; Κι εγώ! Απόγονοι του Αβραάμ; Κι εγώ! Υπηρέτες του Χριστού; Θα μιλήσω σαν ανόητος: πιο πολύ εγώ. Μόχθησα, φυλακίστηκα…” κ.τ.λ. (εξιστορεί το ξύλο που έφαγε, τους διωγμούς που υπέστη και τα λοιπά).

Άραγε αυτή η παράγραφος αρκεί, για να χαρακτηρίσουμε τον Παύλο εγωιστή και ματαιόδοξο, όταν ξέρουμε το λόγο του ξεσπάσματός του; Ίσως για κάποιους προκατειλημμένους για τους δικούς τους λόγους, ναι. Επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι τον ξέρω καλύτερα –γι’ αυτό και τον αγαπώ. Εκείνοι τον αντιπαθείτε, αλλά κατ’ ουσίαν αντιπαθούν αυτά που αντιπαθούσε κι εκείνος (την υποκρισία, το ψέμα, τη δειλία…) και που κάποιοι τους έχουν πείσει ότι εκείνος τα είχε.

Η αγάπη

Η ηθική του Παύλου συνοψίζεται σε μια λέξη: αγάπη. “Ο καρπός του πνεύματος” (δηλαδή του Αγίου Πνεύματος) “είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος” (Γαλάτας, 5, 22-23). – “Η αγάπη να είναι ανυπόκριτη, ν’ αποστρέφεστε το κακό και ν’ ακολουθείτε το καλό… ευλογείτε τους διώκτες σας, ευλογείτε και μην καταριέστε, χαίρεστε μ’ εκείνους που χαίρονται και κλαίτε μ’ εκείνους που κλαίνε… αν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τάιζέ τον, έτσι μαζεύεις κάρβουνα στο κεφάλι του” (δηλαδή του βάζεις τύψεις και τον διορθώνεις –σημειωτέον ότι ο Παύλος τα λέει αυτά σε ανθρώπους που δεν τους γνωρίζει προσωπικά), “μη νικιέστε από το κακό, αλλά νικάτε το κακό με το καλό” (Ρωμαίους, 12, 9-21) – “Δεν οφείλετε σε κανέναν τίποτα, παρά μόνο να αγαπάτε ο ένας τον άλλο” (αγαπάτε αλλήλους). “Εκείνος που αγαπά, έχει τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού. Και το ου μοιχεύσεις και το ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις” (εννοείται “ό,τι ανήκει στο συνάνθρωπό σου”) “και όποια άλλη εντολή, όλες συνοψίζονται σ’ αυτό το λόγο, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη στον πλησίον δεν κάνει τίποτα κακό, επομένως είναι η εκπλήρωση όλου του νόμου” (Ρωμαίους, 13, 8-10) – “Σας παρακαλώ, εγώ ο δέσμιος εν Κυρίω” (ήταν φυλακή), “να ζείτε με ταπεινοφροσύνη και πραότητα και μακροθυμία, ανεχόμενοι ο ένας τον άλλο με αγάπη, φροντίζοντας να διατηρείτε την ενότητα που σας δίνει το Άγιο Πνεύμα με το σύνδεσμο της ειρήνης” (Εφεσίους, 4, 1-3) – κ.λ.π.

Κατά τον Παύλο λοιπόν όλος ο νόμος συνοψίζεται στην αγάπη (όπως και κατά τον Ιησού, βλ. Ματθ. 22, 35-40), τίποτα δεν οφείλουν οι χριστιανοί, παρά μόνο να αγαπούν ο ένας τον άλλον! Πόσο πιο ελεύθερος και αντικομφορμιστής θα μπορούσε να είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος της ανθρωπότητας;

Ο ύμνος της αγάπης στην Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 13 και 14, και η περίπτωση των ειδωλόθυτων, πάλι στην Α΄ Κορ., κεφ. 8 και 9, και στην προς Ρωμαίους, κεφ. 14 και 15, είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά. Στην πρώτη περίπτωση η αγάπη εξαίρεται ως το ανώτερο χάρισμα του Θεού προς εμάς, ανώτερο από την προφητεία, τη θαυματουργία και τα υπόλοιπα, ανώτερο –προσέξτε– ακόμα και από την πίστη (“τώρα μένουν η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη, αυτά τα τρία, και ανώτερο απ’ αυτά, η αγάπη”, Α΄ Κορ., 13, 13). Στη δεύτερη περίπτωση τίθεται το θέμα αν οι χριστιανοί πρέπει ή όχι να τρώνε μαζί με εθνικούς σε ιερά δείπνα, όπου οι εθνικοί τρώνε κρέας θυσιασμένο στα είδωλα («ειδωλόθυτα»). Ο Παύλος πιστεύει ότι δεν πειράζει (αφού οι θεοί των ειδώλων είναι ανύπαρκτοι, άρα το κρέας δεν έχει μιανθεί), υπήρχαν όμως μερικοί που πίστευαν ότι δεν επιτρέπεται. Είχαν λοιπόν προκληθεί σκάνδαλα και διαμάχες σε χριστιανικές κοινότητες, όπως της Ρώμης (που ο Παύλος γράφει ότι δεν την είχε επισκεφτεί ακόμα όταν τους στέλνει την επιστολή) και της Κορίνθου. Η προτροπή του απευθύνεται προς εκείνους, με τους οποίους συμφωνεί, και δε διατυπώνεται με αυστηρότητα αλλά με σύνεση και αγάπη. Τους λέει: “Σωστό ή λάθος είναι ό,τι ευχαριστεί ή, αντίθετα, στενοχωρεί τον αδελφό μου. Αν ο αδελφός μου σκανδαλίζεται απ’ αυτό που κάνω, δε θα το κάνω, έστω κι αν πιστεύω ότι έχω το δικαίωμα. Προσέχετε λοιπόν, μην κατακρίνετε ο ένας τον άλλο, αλλά νοιαστείτε να μη σκανδαλίζεστε και να μην πικραίνεστε μεταξύ σας. Οι δυνατοί να μην περιφρονείτε εκείνους που δε μπορούν να εμβαθύνουν στη θεολογία όπως εσείς, αλλά να τους στηρίζετε και να μην κάνετε ό,τι σας αρέσει”.

Στη Β΄ προς Κορινθίους, κεφ. 1 και 2,  τονίζει ότι δε θέλει να επιβάλει το κύρος του σε ζητήματα πίστης, στα οποία οι Κορίνθιοι ήταν εντάξει, αλλά να τους δώσει χαρά και να πάρει χαρά απ’ αυτούς, λόγω της αμοιβαίας αγάπης τους. “Γι’ αυτό”, γράφει, “δεν ήρθα να σας δω, για να μη σας στενοχωρήσω” (υπήρχαν διχόνοιες και προβλήματα εκεί), “γιατί, αν στενοχωρήσω εκείνους που μου δίνουν χαρά, από ποιους θα χαρώ;” Και πιο κάτω, κεφ. 2, 5-11: “Αν κάποιος σας προκάλεσε λύπη” (εννοεί κάποιον που προξένησε σοβαρό πρόβλημα, μάλλον συκοφαντώντας τον ίδιο τον Παύλο, γιατί τονίζει ότι αυτός τον συχώρεσε, αλλά εμείς σήμερα δεν ξέρουμε ποιος ήταν), “καλύτερα να τον συχωρέσετε, και μάλιστα να τον παρηγορήσετε, για να μην καταρρεύσει από την επίκριση που έχει ήδη δεχτεί. Αν το κάνετε αυτό”, γράφει για να τους πείσει, “θα δοκιμάσω αν με ακούτε… Έτσι δεν θα βγει κερδισμένος από μας ο διάβολος”.

Διευκρινίζω ότι μεταφέρω συνοπτικά τα λόγια του κειμένου, όχι επακριβώς, αλλιώς θα χρειαζόμασταν τόμους. Αν επιθυμείτε να δείτε το ακριβές κείμενο, μπορείτε να ανατρέξετε στην Καινή Διαθήκη…

Επιτρέψτε μου να μην παραθέσω άλλα παραδείγματα, αν και υπάρχουν άφθονα. Ο Παύλος θεμελιώνει το κήρυγμά του στην αγάπη –και θεμελιώνει επίσης με το κήρυγμά του την αγάπη, όταν δεν είχαν γραφτεί ακόμα όλα τα ευαγγέλια ούτε τα ήδη γραμμένα είχαν κυκλοφορήσει σ’ όλο τον κόσμο. Το χριστιανικό μήνυμα της αγάπης ταξίδευε προφορικά, μέσα από τα κηρύγματα των αποστόλων (δεν εννοώ μόνο τους 12, αλλά όλους εκείνους που ανήκαν στην “τάξη των αποστόλων”, που, κατά την πεντηκοστή, ήταν γύρω στους 120, άντρες και γυναίκες, όπως λένε οι Πράξεις). Θεωρεί το σώμα του ανθρώπου ναό του Αγίου Πνεύματος και τονίζει ότι, στην ανάσταση των νεκρών, οι άνθρωποι θ’ αναστηθούν με το σώμα τους, άφθαρτο βέβαια και αθάνατο λόγω της σχέσης αγάπης με το Θεό, κι όχι μόνον ως πνεύματα (βλ. Α΄ Κορ., κεφ. 3, 16-17× 6, 19×  15, 35-58).

Ελευθερία και δουλεία

Μετά την αγάπη, η επόμενη βασική έννοια στην ηθική σκέψη του Παύλου (δε λέω “ηθικό σύστημα”, γιατί δεν είχε τέτοιο, απλώς στοχαζόταν κάθε φορά πάνω στα ζητήματα που προέκυπταν) είναι η ελευθερία. Ελευθερία όμως, για τον Παύλο, είναι η ελευθερία από την αμαρτία και τη συνέπειά της, το θάνατο, πνευματικό και σωματικό. Είναι η ηθική ωριμότητα να επιλέγεις το καλό, δηλαδή να μην υποδουλώνεσαι στα πάθη και τις μικρότητές σου (τις εξαρτήσεις σου, σωματικές, ψυχικές και ηθικές) αλλά να αναγνωρίζεις την αξία του αδελφού σου, δηλαδή κάθε συνανθρώπου σου, και να μπορείς ακόμα και να παραιτείσαι από τα δικαιώματά σου για χάρη του (“κανείς ας μη ζητάει το δικό του, αλλά ο καθένας του άλλου”, Α΄ Κορ. 10, 24, “όλα μου επιτρέπονται, αλλά τίποτα δε θα με εξουσιάσει”, Α΄ Κορ. 6, 12 –θυμάστε και τις προτροπές του για τα ειδωλόθυτα). Δουλεία για τον Παύλο είναι να παραμένεις κακός, μικρόψυχος, ανώριμος ηθικά και πνευματικά, με δυο λόγια μακριά απ’ το Θεό, ενώ ελευθερία είναι να πλησιάζεις το Θεό μέσω της αγάπης και της υπέρβασης του συμφέροντός σου (βλ. Ρωμαίους 6, 16-23, Γαλάτας 4, 1-7 κ.α.).

Δουλεία θεωρεί και τους νόμους, ακόμα και τους θρησκευτικούς (βλ. τη θεολογία περί νόμου στην προς Ρωμαίους, Γαλάτας κ.α.), ενώ ελευθερία το να επιλέγεις υπεύθυνα και ώριμα την καλοσύνη, χωρίς να χρειάζεσαι εντολές και απαγορεύσεις. Αυτή την ελευθερία, γράφει, την έχουν κατορθώσει και “τα έθνη” (οι μη χριστιανοί), όταν, χωρίς να ξέρουν το θέλημα του Θεού, εφαρμόζουν την αγάπη από μόνοι τους, λόγω του πανανθρώπινου νόμου της συνείδησης που έχει εγκαταστήσει ο Θεός μέσα τους από καταβολής κόσμου (Ρωμ. 2, 13-15). Έτσι ο Παύλος θεμελιώνει και την ισοτιμία των ανθρώπων ανεξάρτητα από τη θρησκεία, στην οποία ανήκουν.

Θέμα δουλείας ανθρώπου σε άνθρωπο δεν τίθεται καθόλου για τον Παύλο. Θεωρεί αυτονόητο ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι! “Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας” (εθνικός) “ούτε δούλος και ελεύθερος ούτε αρσενικό και θηλυκό, όλοι είστε ένας εν Χριστώ Ιησού” (Γαλάτας 3, 28). Νομίζω πως είναι ο πρώτος αρχαίος συγγραφέας που θεωρεί αυτονόητα ελεύθερους τους δούλους (ούτε στον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη ή τους άλλους μεγάλους φιλοσόφους συμβαίνει αυτό). Ίσως πριν απ’ αυτόν να υπήρξε κανένας σοφιστής που το έγραψε… Γεγονός είναι πάντως ότι, στο νου του, οι δούλοι είναι απόλυτα ισότιμοι με τους ελεύθερους και με τους ίδιους τους κυρίους τους, και αυτό είναι που καθορίζει και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μιλώντας ο Παύλος για την αγάπη, για τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις, για τη θεία Μετάληψη, το θάνατο και την ανάσταση, τη χάρη του Θεού, την ελευθερία και την ειρήνη, δεν ξεχωρίζει ελεύθερους και δούλους. Ομοίως, δούλοι και ελεύθεροι, όπως και πλούσιοι και φτωχοί, συμμετείχαν ισότιμα στη θεία Μετάληψη, αλλά και στα κοινά δείπνα, τις γνωστές “αγάπες”.

Άλλωστε ο ίδιος ο Παύλος και οι συνεργάτες του, καθώς και όλοι οι απόστολοι, υπηρετούσαν τους άλλους, δεν εξουσίαζαν. Ενεργούσαν “εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς” κ.τ.λ., κι όμως θεωρούσαν τον εαυτό τους ελεύθερο απ’ όλα: “εν αγάπη ανυποκρίτω, εν λόγω αληθείας, εν δυνάμει Θεού, διά των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών, διά δόξης και ατιμίας, διά δυσφημίας και ευφημίας, ως πλάνοι και αληθείς… ως αποθνήσκοντες και ιδού, ζώμεν, ως παιδευόμενοι και μη θανατούμενοι, ως λυπούμενοι και πάντοτε χαίροντες, ως πτωχοί και πολλούς πλουτίζοντες, ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες” (Β΄ Κορινθ. κεφ. 6).

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Παύλος, όπως τον μέμφονται, δεν προτρέπει στους χριστιανούς δούλους να απαιτήσουν, ή έστω να επιδιώξουν, την ελευθερία τους και δεν απαιτεί από τους χριστιανούς που έχουν δούλους να τους ελευθερώσουν. Τονίζει όμως: “οι δούλοι να αγαπάτε τους κυρίους σας και οι κύριοι τους δούλους, ξέροντας οι δούλοι ότι είστε πλέον ελεύθεροι (σας ελευθέρωσε ο Χριστός, δίνοντας το αίμα Του στο σταυρό) και οι κύριοι ότι έχετε κι εσείς Κύριο στον ουρανό. Είστε λοιπόν ίσοι μ’ εκείνους που θεωρείτε δούλους σας και πρέπει να τους συμπεριφέρεστε ανάλογα, γιατί αυτός ο Κύριος δεν κάνει διακρίσεις και δε μεροληπτεί” (βλ. Α΄ Κορινθ., 7, 17-24, Εφεσίους 6, 5-9). “Ο Χριστός μάς ελευθέρωσε για να μείνουμε ελεύθεροι. Μείνετε λοιπόν ελεύθεροι και μην ξαναπέσετε στο ζυγό της δουλείας” γράφει. Ο Θεός κάλεσε τους ανθρώπους “επ’ ελευθερία”, αλλά η ελευθερία αυτή πραγματοποιείται όταν υπηρετούμε ο ένας τον άλλον διά της αγάπης (Γαλάτας, 5, 1, 13 και εξής). “Δέξου τον Ονήσιμο” (το δραπέτη δούλο) “όχι ως δούλο, αλλά ως αγαπητό αδελφό, σα να δεχόσουν εμένα”, γράφει ο Παύλος από τη φυλακή προς το χριστιανό Φιλήμονα (επιστολή προς Φιλήμονα). Ο άγιος Ονήσιμος, προστάτης άγιος των φυλακισμένων, παρέμεινε δούλος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι ελεύθερος, δηλαδή άγιος.

“Αυτός που ονομάζεται δούλος απελευθερώθηκε από το Χριστό”, γράφει ο Παύλος, “και εκείνος που ονομάζεται ελεύθερος είναι δούλος του Χριστού. Εξαγοραστήκατε” (=με το αίμα του Χριστού, άρα απελευθερωθήκατε). Και προσθέτει τη φράση κλειδί: “μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων” (Α΄ Κορινθ. 7, 22)!

Με δυο λόγια, αγαπητέ μου φίλε, ο Παύλος πήρε τους δούλους ως res (όχι ανθρώπους αλλά περιουσιακά στοιχεία, χωρίς κανένα δικαίωμα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο) και τους ανέδειξε σε “όχι πια δούλους, αλλά αγαπητούς αδελφούς”, ονομάζοντάς τους μαζί και ισότιμα με τους κυρίους τους “φωστήρες εν κόσμω” (Φιλιππησίους, 2, 15) και τονίζοντας την ισότητα και την αξία της ηθικής ελευθερίας! “Δεν είσαι πια δούλος, αλλά παιδί του Θεού”, γράφει προς Γαλάτας, 4, 7.

Τοποθετεί όμως τους «ανδραποδιστές» (εκείνους που υποδουλώνουν ανθρώπους) ανάμεσα στους «ανόμους», τους «ασεβείς» και «αμαρτωλούς», που αντιτίθενται στην «υγιαίνουσα διδασκαλία» (Α΄ προς Τιμόθεον 1, 9-11).

Ξέρω ότι αυτό σε πολλούς δεν αρκεί. Ίσως και δεν τους αρέσει. Θα θέλανε να σηκώσει σπαθί ο Παύλος και να φωνάξει “ελευθερία ή θάνατος! Καθάρματα, αφήστε τους δούλους σας ήσυχους! Δούλοι, ξυπνάτε, για ν’ ανακτήσετε την ελευθερία σας! Ο Χριστός μαζί μας!”.

Αυτό θα ήταν ωραίος σοσιαλισμός ή γαλλικός Διαφωτισμός, αλλά, ως χριστιανικό κήρυγμα, έχει δύο προβλήματα. Πρώτον, συνεπάγεται σφαγή. Όχι μόνο βέβαιη σφαγή των δούλων από τις ανίκητες ρωμαϊκές λεγεώνες (πρβ. την περίπτωση του Σπάρτακου), αλλά και των ίδιων των ελεύθερων, πράγμα που, για τους χριστιανούς, σημαίνει απλά και μόνο σφαγή –γιατί κι ο κακός είναι αδελφός μας και θέλουμε τη σωτηρία του, όχι την τιμωρία του ή την εκδίκηση απ’ αυτόν.

Δεύτερον, τον πρώτο αιώνα οι χριστιανοί περίμεναν από μέρα σε μέρα τη δευτέρα παρουσία (“είναι ήδη ώρα να ξυπνήσουμε” λέει ο Παύλος, Ρωμ. 13, 11). Γιατί λοιπόν να βάψουν τα χέρια τους με αίμα, αφού πολύ σύντομα ο “παρών κόσμος”, ο κόσμος της αδικίας και της πτώσης, θα έσβηνε απ’ το χάρτη;

Υπήρξαν ελεύθεροι δούλοι;

Το ότι η ιδέα του Παύλου (που είναι μέρος της διδασκαλίας της πρώτης Εκκλησίας) για την πνευματική έννοια της ελευθερίας δεν ήταν κούφια λόγια, φαίνεται από το πλήθος των δούλων που αγίασαν, τόσο στους πρώτους αιώνες, όσο και στους νεώτερους. Οι άγιοι Παυλίνος της Καμπανίας, Σεραπίων ο Σινδόνιος και Πέτρος ο Τελώνης έγιναν δούλοι με τη θέλησή τους, για να βοηθήσουν κάποιους συνανθρώπους τους. Ο άγιος Αγάπιος ο Βατοπεδινός επέστρεψε στον αφέντη του, από τον οποίο είχε απελευθερωθεί θαυματουργικά, δούλος ήταν και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ενώ ο άγιος Μωυσής ο Ούγγρος (1043) προτίμησε μακροχρόνια βασανιστήρια από το να ενδώσει στις ερωτικές προθέσεις της κυρίας του. Οι άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, ευνούχοι της αγίας Ευγενίας, μαρτύρησαν στη Ρώμη και τιμώνται στις 11 Σεπτεμβρίου, η αγία Δούλη (αγνώστου ονόματος), μάρτυρας στη Νικομήδεια, τιμάται στις 25 Φεβρουαρίου κ.π.ά.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε πόσο εκτεταμένη ήταν στους πρώτους χριστιανούς η πρακτική της απελευθέρωσης των δούλων. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο ήταν πολύ εκτεταμένη: καταγγέλλοντας τη δουλεία και την κοινωνική αδικία της εποχής του (4ος-5ος αι.), ο άγιος τονίζει ότι οι πρώτοι χριστιανοί «ελευθέρωναν τους δούλους και τους εξίσωναν με τον εαυτό τους» (Ομιλία 11, στις Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 4).

Στα επόμενα χρόνια αναφέρονται ρητά πολλές περιπτώσεις αγίων που απελευθέρωσαν τους δούλους τους (π.χ. ο άγιος Γεώργιος, ο Μέγας Βασίλειος, η αγία Μακρίνα κ.τ.λ.), ενώ πρέπει να το θεωρήσουμε αυτονόητο και για πολλούς άλλους, ιδίως εκείνους που απαρνήθηκαν τον πλούτο ή την κοινωνική τους θέση και έγιναν μοναχοί.

Πατερικές πινελιές

Αργότερα, οι Πατέρες της Εκκλησίας μίλησαν αλλιώς για τη δουλεία. Αναφερθήκαμε ήδη στον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Επίσης, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390 μ.Χ.) χαρακτηρίζει τη διάκριση αφέντη και δούλου “φαύλη τομή”, με το ακαταμάχητο θεολογικό επιχείρημα ότι ο Ίδιος Θεός δημιούργησε ελεύθερους και δούλους, άντρες και γυναίκες, και οι δυο είναι εικόνες του Θεού, ο Χριστός σταυρώθηκε και για τους δυο, ο θάνατος είναι ίδιος για όλους, η σωτηρία, η αγιότητα, η ανάσταση των νεκρών θα είναι ίδια για όλους. Οι διακρίσεις των ανθρώπων είναι γι’ αυτόν “αρρωστήματα” και “επινοήματα κακίας”, η οποία “επεισήλθε στο γένος των ανθρώπων” σε μεταγενέστερες εποχές, ενώ η αρχική και αυθεντική δομή της ανθρωπότητας χαρακτηριζόταν από ισοτιμία και ελευθερία (βλ. ομιλία 14, ηθικό έπος 34 κ.λ.π.).

Ο Μέγας Βασίλειος («Ηθικά ή Όροι», PG 31,808B κ.ε.) αναφέρει: «Όσα κατά συνάφειαν απαγορεύονται […] ανδραποδισταίς […] και ει τι έτερον την υγιαίνουση διδασκαλία αντίκειται» (επαναλαμβάνει το Α΄ Τιμ. 1, 9-11).

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης («Εξήγησις ακριβής εις τον Εκκλησιαστήν», ομιλία Δ’, PG 44,664 κ.εξ.) προσθέτει:

«Εκτησάμην γάρ, φησί, δούλους και παιδίσκας…Οράς τόν όγκον τής αλαζονείας; Θεώ άντικρυς η τοιαύτη φωνή αντεπαίρεται […] ως ανδρών τε άμα καί γυναικών εαυτόν κύριον οίεσθαι, τί άλλο καί ουχί διαβαίνει τή υπερηφανία τήν φύσιν» (PG 44,664C) […] «Δουλεία καταδικάζεις τόν άνθρωπον, ού ελευθέρα η φύσις καί αυτεξούσιος, καί αντινομοθετείς τώ θεώ, ανατρέπων αυτού τόν επί τή φύσει νόμον. τόν γάρ επί τούτω γενόμενον, εφ’ ώτε κύριον είναι τής γής καί εις αρχήν τεταγμένον παρά τού πλάσαντος, τούτον υπάγεις τώ τής δουλείας ζυγώ, ώσπερ αντιβαίνων τε καί μαχόμενος τώ θείω προστάγματι.» (PG 44,664D) […] «Εκτησάμην γάρ δούλους καί παιδίσκας. ποίας, ειπέ μοι, τιμής; τί εύρες εν τοίς ούσι τής φύσεως ταύτης αντάξιον; (PG 44,665A) […] «εκ τών αυτών σοι η γένεσις, ομοιότροπος η ζωή, κατά τό ίσον επικρατεί τά τε τής ψυχής καί τά τού σώματος πάθη […] οδύναι καί ευθυμίαι, ευφροσύναι καί αδημονίαι, λύπαι καί ηδοναί, θυμοί καί φόβοι, νόσοι καί θάνατοι. μή τις εν τούτοις διαφορά πρός τόν δούλον τώ κυριεύοντι; ου τόν αυτόν έλκουσιν αέρα διά τού άσθματος; ουχ ωσαύτως ορώσι τόν ήλιον; […] ου μία κόνις οι δύο μετά τόν θάνατον;…ο ούν εν πάσι τό ίσον έχων εν τίνι τό πλέον έχεις, ειπέ, ώστε άνθρωπον όντα δεσπότην ανθρώπου σεαυτόν οίεσθαι;» (PG 44,665D-668A)».

Μετάφραση:
«Απόκτησα δούλους και υπηρέτριες…Βλέπεις το μέγεθος της αλαζονείας; Ο λόγος αυτός αποτελεί ανταρσία κατά του θεού…αφού νομίζει τον εαυτό του κύριο ανδρών και γυναικών, αν μη τι άλλο, ξεπερνά σε υπερηφάνεια την ανθρώπινη φύση […] Καταδικάζεις σε δουλειά τον άνθρωπο, που η φύση του είναι ελεύθερη και αυτεξούσια και ορθώνεις δικό σου νόμο απέναντι στο νόμο του Θεού ανατρέποντας το νόμο του που διέπει τη ζωή των ανθρώπων. Αυτόν που πλάστηκε γι αυτό ακριβώς, για να είναι κύριος της γης και που ορίστηκε από τον Πλάστη του να άρχει, αυτόν τον υποτάσσεις στο ζυγό της δουλείας που αντιβαίνει και αντιμάχεται τη θεία διαταγή.» […] «Απόκτησα δούλους και υπηρέτριες… Με ποια τιμή, πες μας. Τι βρήκες αντάξιό τους στη φύση; […] Κάποιοι γέννησαν εκείνους κι εσένα, κοινή η ζωή σας, ισχύουν εξίσου τα πάθη ψυχής και του σώματος, οδύνη και ευθυμία, χαρά κι αδημονία, λύπη και ηδονή, θυμός και φόβος, νόσος και θάνατος. Διαφέρει καθόλου σ’ αυτά ο κύριος από το δούλο; Δεν ανασαίνουν τον ίδιο αέρα; Δεν βλέπουν όμοια τον ήλιο;… Ίδια σκόνη δε θα γίνουν και οι δύο μετά το θάνατο;…Αφού σε όλα είσαι ίσος με τους άλλους, πες μου πού πλεονεκτείς ώστε, ενώ είσαι άνθρωπος, να θεωρείς τον εαυτό σου κύριο ανθρώπου;»

Όλα αυτά γράφονταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Αν και δε μ’ αρέσουν οι συγκρίσεις, υπενθυμίζω ότι ούτε ο Αριστοτέλης κατοχύρωσε την ισοτιμία των ανθρώπων, ενώ ούτε η Γαλλική Επανάσταση είχε δώσει στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Και, αν καταργήθηκε η δουλεία κάποια στιγμή, αυτό οφείλεται στο θεμέλιο της ισότητας και της ελευθερίας που έθεσε ο Παύλος. Και, αν στην πράξη υπάρχουν ακόμα δούλοι, αυτό δεν οφείλεται στη διδασκαλία του Παύλου και των Πατέρων για τον άνθρωπο, αλλά στην υποκριτική λησμονιά της.

Advertisements


Αρέσει σε %d bloggers: