15
Ιαν.
09

απόσπασμα 1ο

Έφυγε. «Ο Τζόζεφ έφυγε!».
Αυτό φυσικά ήταν αναμενόμενο, αλλά όχι τόσο σύντομα, όχι πριν την καύση και, επιπλέον, από πού έφυγε; Δεν υπήρχε άλλη πρόσβαση στον πρώτο όροφο απ’ αυτήν που επέβλεπαν οι επισκέπτες.
Το ξαναλέω: η φυγή του ήταν η μόνη πιθανή εξέλιξη, αλλά πίστευαν ότι θα ήταν τόσο βλάκας, ώστε να παραμείνει μέχρι την τελετή καύσεως –για ποιο λόγο; για να μην εισπράξει άλλη μια κατηγορία από την αδερφή του, φυσικά, κι έτσι να βρουν την ευκαιρία τα τσακάλια της Εταιρίας, ακριβώς κατά τη διάρκεια της τελετής, να τον γραπώσουν!
“Γιατί να μείνω; Έτσι κι αλλιώς, ο Γέρος δε θα με δει, χους ει και εις χουν απελεύση. Αναπαυθήτω η ψυχούλα του στα συννεφάκια του ουρανού, αν υπάρχει”.
Από κρυφή έξοδο, ο Τζόζεφ Κόνορ διέφυγε και, περνώντας το γρασίδι, βρέθηκε στο γκαράζ, όχι στο γκαράζ των αυτοκινήτων, αλλά στο δικό του προσωπικό γκαράζ, όπου αναπαυόταν η μηχανή του, η πανίσχυρη Saab 1800 με το χρώμα της θυμωμένης θάλασσας. “Asta la vista, cowboys!”.

Πού θα πήγαινε όμως; Υπήρχε ένα κορίτσι σ’ ένα μπαρ, μια χυμώδης μελαχρινή Βραζιλιάνα δεκαεννιά χρονών, με την οποία κοιμόταν κάπου κάπου, όμως δεν ήταν η κατάλληλη, αντίθετα, ήταν η κατάλληλη για να τη βασανίσουν και να της αποσπάσουν την πληροφορία της θέσης του, διασκεδάζοντας ανώμαλα και αδίστακτα για μερικές ώρες!
Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο.
“Μίτε μου, έλα!” σκέφτηκε στρίβοντας μια λεωφόρο, καθώς η ανατολή άρχιζε να γίνεται μπλε.
Ως έμπειρος χάκερ, ο Τζόζεφ είχε σχεδιάσει ένα δικό του δίκτυο υπολογιστών, τρυπώνοντας και ανοίγοντας σήραγγες στον κυβερνοχώρο, ανεξάρτητο από το Internet. Το Τράγικ. Το είχαν ονομάσει έτσι από το τραγικό, σε αντιδιαστολή με το κόμικ, που ετυμολογείται από το κωμικό. Όλοι κι όλοι συνδεδεμένοι μ’ αυτό ήταν πέντε άνθρωποι κάτω απ’ τον ήλιο, τρεις τραγίστες, δηλαδή κομίστες, δημιουργοί κόμικς, και δύο εκδότες, αυτοί που παραλάμβαναν τη δουλειά τους και τη μετέφεραν, εκδίδοντάς την, από το Τράγικ στο διαδίκτυο.
Οι τραγίστες ήταν ο Σοφοκλής (ένας άντρας στη Νέα Υόρκη), ο Ευριπίδης (ο ίδιος ο Τζόζεφ) και η Ιοκάστη (μια κοπέλα από το Περού με το ψευδώνυμο της ηρωίδας που θεωρούσαν την πιο τραγική στο παγκόσμιο θεατρικό στερέωμα), οι δε εκδότες ήταν η Επίδαυρος και η Πέργαμος, δυο ζευγάρια από τη Νέα Γουϊνέα με τα ονόματα των δυο σημαντικότερων θεατρικών χώρων στην αρχαία Ελλάδα. Τα κόμικς που φιλοτεχνούσαν, με διάφορους τίτλους, μεμονωμένα ή σειρές, δημιουργούσαν μια δική τους μυθική ή ρεαλιστική πραγματικότητα, ρετρώ ή φουτουριστική, εμπνευσμένη από τα πάντα, παρωδίες άλλων έργων, κλασικών ή μοντέρνων, όλων των τεχνών, σοβαρές υποθέσεις παρμένες από πίνακες μεγάλων ζωγράφων ή από ποιήματα κορυφαίων ποιητών (κυρίως βέβαια καταραμένων, όπως ο Ρεμπώ, ο Μποντλαίρ, ο Πόε), ιστορίες από όνειρα ή μυθικούς κόσμους δικής τους επινόησης και κάθε είδους πινελιά που πρόσθετε το χρώμα που επιθυμούσαν στον ψηφιακό κόσμο, φανταχτερό ή μαύρο. Επίσης, παρόλο που ο καθένας είχε το προσωπικό του ύφος στο σκίτσο του, αντίγραφαν και την τεχνοτροπία όλων των ρευμάτων της ζωγραφικής, αλλά επιχειρούσαν και δικές τους παρεμβάσεις, όπως το λευκό φόντο με λευκό σκίτσο, όπου μετά βίας διέκρινες τις εικόνες. Γενικά δεν υπήρχαν περιορισμοί, ούτε συνεννόηση μεταξύ τους για το τι θα κάνουν, μια χαρούμενη παρέα, που ενθουσιαζόταν και προχωρούσε.
Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, γνώριζαν ο ένας τον άλλο από ηλεκτρονικά μηνύματα, χωρίς εικόνα. Αυτό ήθελαν, γιατί τους ενδιέφερε η τέχνη τους κι εκείνες οι πλευρές του εαυτού τους που σχετίζονταν μ’ αυτήν, όχι η ηλικία τους ή το πάχος ή το ύψος ή το χρώμα των μαλλιών και των ματιών τους. Υπέγραφαν πάντα με το ψευδώνυμό τους. Και, το κυριότερο, κανείς, εκτός απ’ τους ίδιους, δεν ήξερε για το Τράγικ.
Έτσι υπήρχε μια γωνιά στον κυβερνοχώρο για να καταφύγει ένας κυνηγημένος χάκερ αυτή τη στιγμή, να κρυφτεί προσωρινά και να καλέσει βοήθεια.
Στο κουτί των αποσκευών, στο πίσω μέρος της μηχανής του, είχε φορτώσει ένα μικρό υπολογιστή συνδεμένο με μπαταρία, κλειδωμένο σ’ ένα μαύρο εφαρμοστό κουτί, σαν κιβωτό της διαθήκης, ήταν ο server του Τράγικ, που δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια τους. Δεν είχε πάρει άλλες αποσκευές, εσώρουχα θ’ αγοράσουμε στο δρόμο.
Ήταν αλήθεια όμως ότι κανείς, έξω απ’ τους ίδιους, δεν ήξερε για το Τράγικ; Ποτέ κανείς δεν είχε πει καθαρά και ξάστερα ότι το Τράγικ είναι μυστικό, κανείς δεν είχε σκεφτεί σοβαρά ότι θα το χρησιμοποιούσε για να ξεφύγει, ήταν ένα παιχνίδι αυτονόμησης από τα βλέμματα των πολυεθνικών, ένα ζευγάρι ικάρια φτερά, όπως όλα τους τα παιχνίδια. Πώς μπορούσε να είναι σίγουρος ότι δεν είχαν μιλήσει, έστω ένας απ’ αυτούς ή ένας από τους εκδότες, μεθυσμένος, κοιμισμένος ή αμέσως μετά την ερωτική πράξη, σε κάποιον ή κάποια που τους είχε προδώσει; Το Τράγικ ήταν καθαρό από παρακολούθηση ή γεμάτο αόρατα μάτια που καιροφυλακτούσαν; Ήταν κρυψώνα ή παγίδα;
Ήταν κρυψώνα.
Ο Τζόζεφ το ήξερε καλά αυτό, γιατί είχε εγκαταστήσει άυλους φύλακες κυνηγούς σε όλο το νοερό μήκος του δικτύου, που θα ενεργοποιούνταν και θα σήμαιναν συναγερμό για κάθε απόπειρα διείσδυσης έξω από τους μύστες. Και τέτοια απόπειρα δεν είχε γίνει. Αυτό το σύστημα φυσικά το είχαν όλοι, γιατί μεταξύ τους υπήρχε το σιωπηλό ρίσκο της εμπιστοσύνης. Αν δεν εμπιστεύεσαι το φίλο σου, μην τον κάνεις παρέα, αυτό πίστευαν.
Έτσι, ο Τζόζεφ άραξε τη μηχανή του σ’ ένα café, στην άκρη κάποιου αγροτικού δρόμου πολλά χιλιόμετρα νότια του Ρίο Μπράνκο, ανάμεσα σε ρακούν, αρμανδίλλους, μυρμηγκοφάγους και αγριόχοιρους πέκαρι, παράγγειλε ένα μυρωδάτο τσάι από τροπικά φύλλα και, με έναν υπολογιστή παλάμης σε σχήμα μικρού παιδικού κρανίου (το αγαπημένο του, στα χωρατά), έστειλε ένα ηλεκτρονικό sos στην πιο κοντινή.
Η Ιοκάστη το παρέλαβε σε ένα δευτερόλεπτο, και του απάντησε με το γνώριμο παιδικό της ύφος να περάσει τα σύνορα με το Περού και να ταξιδέψει για το Ικίτος.
“Κυνηγημένος απ’ τον άνεμο” σκέφτηκε ο Τζόζεφ, “επιτέλους, ζω!”.
Έστειλε το βλέμμα του να πλανηθεί από το ανοιχτό παράθυρο σε μια έκταση γεμάτη πυκνή βλάστηση και αθέατα ζώα, κρυμμένα με τεχνικές αιώνων στα αιωνόβια δέντρα.
“Η βαρβακίνα της Τζαμάικα” σκέφτηκε, “το αρπαχτικό με την κόκκινη ουρά που ζει στους πυλώνες του ηλεκτρικού ρεύματος, μπορεί, τις ημέρες με καθαρή ατμόσφαιρα, να διακρίνει ένα κουνέλι ακόμα και σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου”. Χαμογέλασε. “Η σαύρα eumeces egregius έχει στο βλέφαρό της ένα μικρό παράθυρο, κι έτσι μπορεί να βλέπει ακόμα και με τα μάτια κλειστά”. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι του. “Το κεφάλι μου είναι γεμάτο γνώσεις, έτοιμο να σπάσει σα ρόιδο, αλλά καμιά τους δε μπορεί να με βοηθήσει να τη γλιτώσω. Ξέρω την ιστορία όλων των πολεμικών τεχνών, έχω επινοήσει ήρωες μυημένους τέλεια στις τεχνικές τους, κι όμως δεν ξέρω να παλεύω…”.
Ζήτησε ένα κεράκι απ’ το κορίτσι του café. Ήταν η ώρα που θα έκαιγαν το σώμα του Γέρου. Του έδωσε ένα λευκό κερί, σε σχήμα νούφαρου. Χαμογέλασε.
“Αγαπημένε μου, δε θα σε ντροπιάσω”, σκέφτηκε ανάβοντάς το μέσα σ’ ένα ποτήρι του νερού, “σ’ ευχαριστώ που μού ’δειξες, έστω και την τελευταία στιγμή, ότι ήταν σπουδαίο που ήσουν πατέρας μου”.

Advertisements


Αρέσει σε %d bloggers: