15
Ιαν.
09

Γιατί κάνουμε Θρησκευτικά στο σχολείο

Οι πιστοί κάθε θρησκείας επιθυμούν να μυήσουν τα παιδιά τους στη θρησκεία τους, που τη θεωρούν ως ένα δρόμο προς τη σωτηρία. Αυτό σημαίνει να κάνουν τα παιδιά τους πιστούς της θρησκείας τους και να τους διδάξουν τις διδασκαλίες της και τους τρόπους που προτείνει η θρησκεία αυτή για την επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό ή τους θεούς. Ανάλογα με το αν η κοινωνία όπου ζουν είναι πιο ελεύθερη ή πιο καταπιεστική (δηλαδή αν οι άνθρωποι είναι πιο σκληροί ή πιο ανεκτικοί), το παιδί, μεγαλώνοντας, μπορεί ευκολότερα ή δυσκολότερα ν’ αλλάξει θρήσκευμα (πράγμα που βέβαια δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι έκανε «ελεύθερη επιλογή», γιατί πάντα οι επιλογές μας εξαρτώνται από τις συνθήκες).
Ο φυσικός χώρος, στον οποίο ο άνθρωπος κοινωνικοποιείται στη θρησκευτική του παράδοση, είναι η οικογένειά του. Και ο χώρος, στον οποίο διδάσκεται τις λατρευτικές πρακτικές και τη διδασκαλία της θρησκείας του, είναι οι ναοί και τα μοναστήρια της θρησκείας του.

Στην παράδοση του ορθόδοξου χριστιανισμού, το παιδί κανονικά μαθαίνει από τους γονείς και τους συγγενείς του (ιδιαίτερα από τη μητέρα του, τη γιαγιά του και τις άλλες γυναίκες της οικογένειας) τις προσευχές, τις γιορτές και τις νηστείες, το βίο του αγίου που φέρει το όνομά του και τα έθιμα που σχετίζονται με την εκκλησιαστική ζωή. Αποχτά τη «συνήθεια» να πηγαίνει στην εκκλησία και να συναντά εκεί τους συνανθρώπους του, στην πιο σημαντική ώρα της εβδομάδας, να συμμετέχει μαζί τους στα μυστήρια και μάλιστα στη θεία Μετάληψη, να καταθέτει το περιεχόμενο της καρδιάς του στο Θεό κατά την ώρα της εξομολόγησης, να σέβεται το Θεό, την Παναγία και τα άλλα ιερά πρόσωπα και φυσικά να σέβεται και ν’ αγαπά το συνάνθρωπό του. Το τελευταίο σημαίνει: αποχτά τη συνήθεια να μην κάνει «ό,τι θέλει», να μην απαιτεί αποκλειστικά την ικανοποίηση των ατομικών του επιθυμιών, αλλά ν’ αφήνει όσο γίνεται περισσότερο χώρο στην ψυχή του για την παρουσία και το θέλημα των άλλων, τους οποίους αγαπά.
Όλα αυτά είναι μια τεράστια άσκηση αγάπης, που κατορθώνεται με την πράξη, όχι με τη θεωρία. Η θεωρία είναι απαραίτητη, για να ξέρουμε ποιος είναι ο σκοπός της πράξης, αλλά το ν’ αποχτήσουμε «θρησκευτικές γνώσεις» δεν είναι η ίδια η σχέση μας με το Θεό, δεν είναι η παγκόσμια εν Χριστώ αγάπη, στην οποία καλούμαστε να συμμετέχουμε.
Φυσικά, επειδή οι οικείοι του συνήθως δεν έχουν εμβαθύνει στη χριστιανική διδασκαλία ούτε έχουν κάποια ιδιαίτερη γνώση γι’ αυτήν, είναι πιθανόν να του τη μεταφέρουν λάθος. Να το πείσουν π.χ. ότι είναι σωστό και δίκαιο να μισεί εκείνους που έκαναν ή θέλουν να κάνουν κακό στο ίδιο ή την οικογένειά του – ότι είναι σωστό να περιφρονεί τους «κακούς», τους «αμαρτωλούς», εκείνους που είναι παραδομένοι στα πάθη τους – να το πιέζουν να προσεύχεται ή να εκκλησιάζεται με την ψευδαίσθηση ότι έτσι η ζωή του θα γίνει ευκολότερη γιατί «θα το αγαπάει ο Θεός» (ενώ η αγάπη του Θεού δεν απαλλάσσει από τα βάσανα, αλλά καθαγιάζει τη συμμετοχή μας σ’ αυτά) – να του μάθουν ότι ο Θεός εκδικείται και πρέπει να Τον φοβόμαστε ή ότι Τον δοξάζουμε όταν όλα πηγαίνουν στη ζωή μας καλά, αλλά γινόμαστε εχθροί Του όταν μας βρίσκουν συμφορές, αφού δε φρόντισε να μας προστατεύσει…
Γι’ αυτό, στο θέμα του χριστιανισμού, δεν είναι ασφαλές να εμπιστευόμαστε πάντα τους δικούς μας. Είναι πιο ασφαλές να εμπιστευόμαστε αυτά που ακούμε μέσα στο ναό σε συνδυασμό με τις συζητήσεις μας μ’ έναν έμπειρο ορθόδοξο πνευματικό δάσκαλο που έχουμε διαλέξει και που συνήθως είναι ο εξομολόγος μας. Σιγά σιγά βέβαια αποκρυσταλλώνουμε τη δική μας άποψη για τα πράγματα, που καλό είναι πάντα να τη φιλτράρουμε μέσα από τις απόψεις άλλων (κυρίως των αγίων, που τις βρίσκουμε από τους βίους και τα έργα τους), γιατί ο ένας άνθρωπος, ο «σίγουρος» για τις απόψεις του, μπορεί πολύ εύκολα να πλανηθεί.
Όλα αυτά έχουν διαμορφώσει, νομίζω, την απάντηση στο ερώτημα γιατί υπάρχει στο σχολείο το μάθημα των Θρησκευτικών. Επειδή η οικογένεια δεν είναι πάντα σε θέση να διδάξει την εκκλησιαστική παράδοση και τη θεολογία στα παιδιά της, το κράτος αναθέτει σε ειδικούς δασκάλους το έργο αυτό. Ο καθηγητής των Θρησκευτικών επιτελεί ένα έργο που ανήκει, στην πραγματικότητα, στην οικογένεια. Εξυπακούεται ότι απευθύνεται σε παιδιά ορθόδοξων, που οι γονείς τους του τα έχουν εμπιστευθεί για να τους προσφέρει γνώση για την πνευματική κληρονομιά τους.

Υπάρχουν βέβαια δύο προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα: στην εποχή μας πάρα πολλοί άνθρωποι, που είναι βαφτισμένοι στη βρεφική τους ηλικία, δεν αισθάνονται μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα παιδιά τους πρέπει να κάνουν το μάθημα των Θρησκευτικών; Σ’ αυτό το ερώτημα απαντώ απλώς ότι οι άνθρωποι που, ενώ ανήκουν σε χώρο ιστορικά ορθόδοξο (είναι π.χ. Έλληνες, Ρώσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Γεωργιανοί κ.τ.λ.), έχουν στη συνείδησή τους αποχωρήσει από την Εκκλησία και «τραβάνε το δρόμο τους», τις πιο πολλές φορές είναι πληγωμένοι και κάποιες άλλες φορές έχουν κάνει το λάθος να εμπιστευτούν κάποιον πάρα πολύ (ίσως τον εαυτό τους) κι έτσι πείστηκαν ότι κάποιος άλλος, έξω απ’ την Εκκλησία, «ξέρει καλύτερα». Σίγουρα δεν ξέρουν –κι ας νομίζουν ότι ξέρουν– τι είναι η ορθοδοξία, τι εκφράζουν οι άγιοί της και ποια είναι η διδασκαλία τους.
Έτσι, το ερώτημα τίθεται ως εξής: τα παιδιά τους δικαιούνται να μάθουν τι είναι η ορθοδοξία πριν ακολουθήσουν τους γονείς τους στην άρνησή της; Το να μάθουν την ορθόδοξη παράδοση είναι δικαίωμα, δεν είναι υποχρέωση κανενός. Η κρίσιμη επιλογή είναι αν αυτό το δικαίωμα θα το ασκήσουν ή θα το απεμπολήσουν. Αν, μετά από ένα και μόνο μάθημα, αυτά τα παιδιά και οι γονείς τους αποφασίσουν ότι δε θέλουν να μάθουν τι είναι η ορθοδοξία, ίσως πρέπει να τα απαλλάξουμε από το μάθημα θεωρώντας τα «μη ορθόδοξα» (πρέπει βέβαια να προσέξουν, να μη δηλώσουν «μη ορθόδοξα» απλώς επειδή θέλουν ν’ απαλλαγούν από ένα μάθημα, αρνούμενα έτσι από επιπολαιότητα την πίστη τους, δηλαδή κάνοντας κάτι που πολλοί πρόγονοί τους προτίμησαν να υποστούν φρικιαστικά βασανιστήρια παρά να το κάνουν).
Το δεύτερο πρόβλημα: κανονικά, όπως είπαμε, ο άνθρωπος μυείται στην εκκλησιαστική παράδοση συμμετέχοντας στις τελετές στο ναό και στο μυστήριο της εξομολόγησης, επισκεπτόμενος μοναστήρια, μαθαίνοντας το βίο και τη διδασκαλία των αγίων, προσευχόμενος και συνομιλώντας με έμπειρους ορθόδοξους πνευματικούς οδηγούς. Όχι σ’ ένα μαζικό, άψυχο και απρόσωπο σχολείο, όχι σ’ ένα υποχρεωτικό σχολείο, και μάλιστα σ’ ένα σχολείο που τον φορτώνει μ’ ένα σωρό πληροφορίες για ετερόκλητα αντικείμενα και, επιπλέον, τον πιέζει μέχρι εξόντωσης να τις αποστηθίζει για να δοκιμαστεί στην παράλογη αρένα των μυθοποιημένων Πανελλαδικών Εξετάσεων! Αυτό το σύστημα δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν ν’ αγαπήσει αυτό που μαθαίνει –επομένως δεν πρόκειται να γίνει ένα μαζί του, δε θα το κάνει πνευματική του τροφή, δε θα το μάθει ποτέ αληθινά.
Το μάθημα των Θρησκευτικών ακολουθεί αυτή την αφύσικη «εκπαιδευτική» μέθοδο. Συχνά μάλιστα γίνεται καταπιεστικό, πράγμα για το οποίο ευθύνονται και οι διδάσκοντες. Αιτία αυτού του παραλογισμού είναι ότι το μάθημα μπήκε στα σχολεία αμέσως μετά την απελευθέρωση από την οθωμανική αυτοκρατορία με τρόπο όχι ορθόδοξο, αλλά επηρεασμένο από την ευρωπαϊκή νοησιαρχία (την ιδέα ότι όλα πρέπει να γίνουν ορθολογική γνώση και να τα «μάθουμε» με το νου μας). Η κυβέρνηση Καποδίστρια, η βαυαρική Αντιβασιλεία και οι κατοπινές ελληνικές κυβερνήσεις, επηρεασμένες από προτεσταντικά κυρίως πρότυπα, είδαν το χριστιανισμό απλά ως μέσο για την «ηθική καλλιέργεια» των μαθητών, όχι ως ερωτική σχέση Θεού και ανθρώπων, όπως τον βλέπουν οι ορθόδοξοι άγιοι! Ενέταξαν λοιπόν στο σχολικό πρόγραμμα την εκμάθηση των διαφόρων στοιχείων της χριστιανικής διδασκαλίας και της εκκλησιαστικής ιστορίας, σαν ο έρωτας να ήταν κάτι που το μαθαίνεις καθισμένος στο θρανίο και μετά το παπαγαλίζεις και βαθμολογείσαι για τις επιδόσεις σου.
Θα ήταν μάλλον πολύ πιο σύμφωνο με το πνεύμα της ορθοδοξίας και πιο αποτελεσματικό παιδαγωγικά να πηγαίναμε εκδρομή σ’ ένα ήσυχο και όμορφο μοναστήρι, να συμμετείχαμε στη λειτουργία μιας μεγάλης γιορτής, Χριστουγέννων ή Πάσχα π.χ. (και να εξηγεί ο καθηγητής τούς πολλούς και βαθύτατους συμβολισμούς της λειτουργίας αυτής), να παρατηρούσαμε τους συμβολισμούς που είναι ενσωματωμένοι στο χτίσιμο του ναού και στις αγιογραφίες, ν’ ακούγαμε τους βίους των αγίων, τον απόστολο και το ευαγγέλιο (εξηγημένα), και να φεύγαμε χωρίς να βαθμολογηθούμε για τη συμμετοχή μας.
Παρ’ όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι το μάθημα των Θρησκευτικών υπάρχει στο σχολικό πρόγραμμα. Και δεν περιλαμβάνει συμμετοχή στη λατρεία ούτε εκδρομές στις πηγές του χριστιανικού βιώματος. Και καταλήγει σε βαθμολόγηση των επιδόσεών μας, δηλαδή του πόσο διαβάσαμε και κατά πόσο «αποδείξαμε» στον διδάσκοντα ή τη διδάσκουσα ότι έχουμε διαβάσει. Τι να κάνουμε; Αυτά έχει η ζωή… Μια συμβουλή: ας αξιοποιήσουμε την παρουσία μας σ’ αυτό το μάθημα, για να φύγουμε έχοντας κερδίσει τη γνώση της πνευματικής μας κληρονομιάς. Αυτή η γνώση δε θα μας βοηθήσει να αποκατασταθούμε επαγγελματικά (όπως και η γνώση της Ιστορίας ή των αρχαίων ελληνικών κειμένων δε θα μας βοηθήσει σ’ αυτό τον τομέα), θα μας βοηθήσει όμως σε κάτι πολύ πιο δύσκολο και πιο σημαντικό: να είμαστε ελεύθεροι –μάλιστα σε μια εποχή, όπου πολλοί θέλουν και συχνά καταφέρνουν να μας αφαιρέσουν την ελευθερία μας, χωρίς να το καταλάβουμε διόλου.

Advertisements


Αρέσει σε %d bloggers: